Γυμνή πλάτη, ίλιγγος, δαντέλα, πιρουέτα με χάρη και ψυχή.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα

Poem : Stamatina Vathi

16-10-2018

Γυμνή πλάτη, ίλιγγος, δαντέλα, πιρουέτα με χάρη και ψυχή.
Γυναίκα λεπτεπίλεπτη, μυς δυνατοί.
Τέντωσε τα χέρια σου με πάθος, του έρωτα μορφή.
Ένας κύκνος που χορεύει πάνω στα σύννεφα νεράιδα χρυσοστόλιστη κάτω στη γη.
Μια σταγόνα χρυσή να σου λούζει το φεγγάρι να σου γειάνει την κάθε πληγή.

Άκου άκου πως λαλούν τα τριζόνια,
βιρτουόζοι του βιολιού,
λάτρεις του ηλιου και του φεγγαριού τελάληδες του καλοκαιρινού ουρανού.
Του πάθους πιόνια, τραγουδιστές του Θεού.
Λατρεία, λατρεία, του οίνου του γλυκού,
όπως τρέχει αχόρταγα να σου πάρει την λαλιά και τον νου.

Και η δαντέλα χορεύει με κάθε χτύπο της καρδιάς,
αλαβάστρινα μάτια, χέρια περιστέρια φτερά.
Πετούν, πετούν ψηλά, δίνουν στην σάρκα χρώμα, του έρωτα κόκκινα χείλη ζουμερά και καυτά.
Μια αγνή παρθένα, μια λάβα από πονηρά και λάγνα χάδια, μια οπτασία διφορούμενη, γυναίκα αισθαντικιά.

Θέλει αυτό το βλέμμα το αχόρταγο, το αντρίκιο, το αρρενωπό,
να χαθεί μαζί σου, μέσα στο κατάλευκο βυθό.
Να χορέψει, να αισθανθεί, να κραυγάσει για ότι έχασε, να πατήσει τον θάνατο,
να ζήσει αετός σε βουνοκορφή.

Τίναξε τα φτερά σου οπτασία του δάσους και του νερού εσύ.
Χόρεψε, γύρισε τρελά, κάνε σαν φύλλο που ο άνεμος το χτυπά.
Κάνε όπως βρίσκεσαι στο ζενίθ μιας πράξης ερωτικής, εκεί που το μαχαίρι γίνεται δόσιμο αναπνοής.

Γλυκιά μου οπτασία, λευκό ρεούμενο κρασί,
σύννεφο που κάνει φιγούρες όπως ο ήλιος και το φεγγάρι του δίνουν αχτίδες και φιλί.
Χόρεψε, χόρεψε, τίναξε τα φτερά, φτάσε μέχρι το είναι σου, το είναι μου και ακόμα πιο βαθιά.
Ζω, αναπνέω, υπάρχω, είμαι εδώ και γράφω…

Πίνακας : Βιργιννια Μπακογιωργου

Ο καπνός στριφογύριζε φιδογυριστός.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και κοντινό πλάνο

Poem : Stamatina Vathi

17-10-2018

Ο καπνός στριφογύριζε φιδογυριστός.
Έκανε κόντρα με τις φλέβες στο χέρι,
αγκάλιαζε τις βαμμένες μπούκλες με άρωμα από περμανάντ και τόνους λακ,
κροταλίζοντας οι μασέλες σαν μπεγλέρι.
Διατυμπάνιζε μαζί τους ότι έκαναν χρόνια παρέα, φιλαράκια σε χαρμάνι ασίκικο,
στεφανωμένα με δαχτυλίδι και βέρα.

Οι ρυτίδες γινόντουσαν όλο και πιο βαθιές,
ήθελαν να σκάψουν βαθιά το πρόσωπο χωρίς ενοχές.
Και αυτά τα μάτια τα μισόκλειστα έλεγαν πολλά,
είχαν βαρεθεί λίγο την σαπίλα αυτού του κόσμου, αλλά ήταν αχόρταγα με επιφύλαξη για το τι θα δουν ξανά.

Η εμπειρία είχε γράψει ολόκληρα τεύχη με πρόλογο και θέμα,
μόνο ο επίλογος ακόμα φοβόταν να δώσει της ζωής το τελικό το τέρμα.
Η ζωή είναι γλυκιά αλλά και πικρή,
κάτι από μέντα, μέλι, πικραμύγδαλο και λεμόνι,
επιδόρπιο με σοφία και ενοχή.

Κάπου εκεί στο πόδι χήνας δίπλα στα μάτια,
καθρέφτες ψυχής,
σαν στο μισοσκόταδο να καρτερούσε ανάσα ανάσα νέο φως μιας Χαραυγής,
ήταν τα σημάδια από χαμόγελα που η ζωή σκορπούσε,
στιγμές χαράς και προσμονής.

“Μην μου μιλάς εμένα” έλεγε σε κάθε ρουφηξιά,
“Εγώ την ζωή την έζησα στα άσχημα και τα καλά”.
“Έχω πιει σταγόνα σταγόνα την κάθε στιγμή και εάν θέλεις να μάθεις, δηλώνω στις επάλξεις, τρανός αγωνιστής”.

Ο καπνός την ήξερε από παλιά,
φίλοι καλοί στον πόνο, στο δάκρυ, στο γέλιο και στην χαρά.
Οι φλέβες τεντονώντουσαν σε ένα χορό
και οι ρυτίδες την χάιδευαν γλυκά σε ένα γλυκόσυρτο ρυθμό.
” Έχω ζήσει την ζωή στον υπέρτατο εκθέτη και την αγαπώ…. ”

Φωτογραφία : John Gill

Όπως χτυπούσε το κεντρί του σκορπιού

Poem: Stamatina Vathi

Όπως χτυπούσε το κεντρί του σκορπιού
πάνω στην πέτρα
και έβγαινε το δηλητήριο πηχτό με του φεγγαριού την καρδιοκλέφτρα,
η μοίρα ύφαινε σκοπό να το κάνει πανί σε ταξίδι αλαργινό.
Η σαΐτα έπαιρνε και έδινε και οι γλάροι πετούσαν αφηνιασμένοι από τα ποδοβολητά του ταύρου να δίνουν ρυθμό σε μια πανσέληνο πλανεύτρα.

Νήμα νήμα, στίχος στίχος, λέξη από τα χείλη του Νοέμβρη, νέα σελήνη σε αγναντεύει.
Και τα φτερά έσκιζαν τον αγέρα δυνατά,
οι αχτίδες έπεφταν στου γερακιού τα μαύρα τα μαλλιά.
Μια Πυθία έπινε δάφνη και καπνούς πάνω στον τρίποδα,
έριχνε στημόνι και σφραγίδα.
Κροτάλιζαν τα χείλη και χτυπούσαν οι καρποί,
στάχτη και χώμα στην σάρκα, αίμα και δάκρυ κατά γης.

Ο εχθρός είχε μασκαρευτεί σαν φίλος καρδιακός,
και την κοιλιά του έτριβε στην πέτρα,
σκεφτόταν ύπουλα να φάει όλο το βιος.
Φίδι που σερνόταν και έβγαζε την διχαλωτή γλώσσα πονηρά,
δήθεν για να παινέψει αλλά την πέτρα πρώτος στην αγνή σάρκα να χτυπά.
Σερνόταν και σερνόταν, όλα τα κακά μηχανευόταν.

Ένας θηλυκός Αχιλλέας είχε γεννηθεί,
μέσα στα ύδατα όμως όλη είχε βαφτιστεί.
Είχε πιει νερό από τους Βοιωτούς ,
είχε θεριέψει με μιας μάγισσας τα φιλιά και το γάλα από τους θάλασσας τους αχινούς.
Οι φεγγαροαχτίδες της είχαν πλέξει τα μαλλιά και ένας ήλιος Πανλαμπρος την είχε πάρει στην αγκαλιά.
Μέσα σε κύκλο είχε αναγεννηθεί και το σκοτάδι είχε δει και το είχε γευτεί.

“Σύρσου φίδι, Σύρσου τώρα που μπορείς γιατί από το κεφάλι κάποια στιγμή ολοσχερώς θα κοπείς.
Θα γίνει όλη σου η γενιά πλάσματα του Άδη και φονικά.
Λεπίδι στο Λεπίδι θα τρέχει το αίμα γοργά και οι μοίρες με το ένα μάτι θα δώσουν ευχή στα εγγόνια για τέρατα και ανήμερα θεριά.
Μην κάνεις πονηριές και λάθη ξεκουστά,
η ρόδα γυρίζει και το ψαλίδι το αδράχτι κοιτά. ”

Το φεγγάρι άστραψε με δύναμη συμπαντική,
εδωσε στα χείλη της ολόγλυκο φιλί,
της έστειλε όλες τις αχτίδες του να την πάρουν αγκαλιά και το άρμα του Ήλιου την αυγή να την προστατεύει από τα θεριά.
” Φύλαξε τα γρόσια σου και ας έχεις πολλά,
ο χάρος διακρίσεις δεν κάνει σε φίδια και άλλα ερπετά…
Δεν εξαγοράζεται ούτε διασκεδάζει με θεατρινισμούς, με λόγια Πονηρά και κακόβουλους χειρισμούς”.

Οι γλάροι πέταξαν να δώσουν το μήνυμα γοργά
και το φεγγάρι ολόγιομο τους χόρευε,
τους στόλιζε από χαρά,
γιατί η ψυχή του περίμενε νέα από μακριά.
Η δάφνη έφτανε μέχρι τον ουρανό και το φίδι κρύφτηκε, έβαλε το κεφάλι στην πέτρα χωρίς τελειωμό.
Αλλά τα μάτια είναι πολλά,
φτερά από του παγωνιού την ουρά
και όλα τα καταγράφει και τα κοιτά.
Χόρεψε κόρη, χόρεψε, το φεγγάρι και ο ουρανός στην δική σου αγκαλιά.

Τα σύννεφα την χάιδεψαν γλυκά,
την αγαπούσε την βροχή,
είχε ποτίσει την μάνα γη από παλιά.
Είχε γίνει Κύτταρο από το Κύτταρο της γης,
Νερό τρεχούμενο από τα έγκατα της ζωής.
Ο αιθέρας την είχε γευτεί από μωρό
και μια μάγισσα του κόσμου της είχε πει το μυστικό.
Γέννα στην γέννα, ψυχή στην ψυχή,
ο λόγος ήταν η αρχή.

 

Έρχεται η δυση των Πλειάδων μικρό μου σπουργίτι

Η εικόνα ίσως περιέχει: πουλί

Ποίημα : Stamatina Vathi

19-10-2018

Έρχεται η δυση των Πλειάδων μικρό μου σπουργίτι,
έρχεται γλυκά,
με τα καλάθια γεμάτα από αγάπη και ελιά.
Τα ζώα θα κατέβουν κάτω,
να βρουν ζεστασιά στα χειμαδιά,
τα βελάσματα θα ακουστούν μέσα από τις μάντρες
και οι σύντροφοί σου θα τιτιβίζουν δυνατά.
Ζητάνε ψίχουλα και μια θέση να προφυλαχτούν από την σταδιακή επέλαση του γερό χειμώνα στα γυμνά κλαδιά.
Το κρύο ετοιμάζει την επιστροφή,
έχει φορέσει τα καλά του,
περιμένει να προϋπαντηθεί.

Σε λίγο θα αρχίσει η βροχή των Λεοντιδών,
πεφταστέρια που χορεύουν όλο πάθος στον μυστηριακό ουρανό.
Καταιγίδες και μυρωδιές,
χώμα αχόρταγο, βροντές και αστραπές.
Οι σπορείς θα πλουτίσουν την γη
και θα βιαστούν να τελειώσουν το έργο τους,
το χιόνι τους προκαλεί.
Έχει ετοιμαστεί στον Βοριά,
να φέρει νιφάδες και να στολίσει όλη την φύση στα λευκά.

Οι στρατηλάτες έχουν την τιμητική τους.
Αρχάγγελοι με φτερά, σπαθί, σκήπτρο και φανάρι,
φρουροί του κόσμου, φως του νου,
του ανυπέρβλητου Θεού οι στρατηγοί του.
Όλα θα ετοιμαστούν σε μια ήσυχη μυσταγωγία,
υπόκωφοι ψίθυροι, δυναμική ισορροπία.

Σταγόνες σαν πετράδια θα κρέμονται από τις γωνίες, ομίχλη και υγρασία.
Το χώμα θα είναι νωπό και η φύση θα ασφυκτιά σε έναν ήρεμο σκοπό,
για να κάνει πιο έντονη την καταιγίδα και την βροντή,
να τους δώσει κάτι απόκοσμο,
λαμπερό και διαμαντόμορφο,
ο ήλιος στα σύννεφα θα κρυφτεί.

Τιτίβισε μικρό μου σπουργίτι,
πες ένα σκοπό,
δώσε φιλί στην ημέρα που μικραίνει,
κάνε την νύχτα προσκεφάλι να σε ζεσταίνει.
Οι καμινάδες θα μαυρίσουν,
Οι μύτες και τα χέρια θα αναψοκοκκινήσουν
και τα κάστανα θα ψηθούν τσιρίζοντας και σπινθιρίζοντας με ολόθερμη φοβέρα, κοιλίτσες να γεμίσουν.
Η σάρκα τους ετοιμάζεται να φαγωθεί,
καρπός και κρασί τα σωθικά να ζεστάνει,
κάρβουνο καυτή.

Άραγε δεν ακούς πως χτυπά??

Η εικόνα ίσως περιέχει: σύννεφο, ουρανός, φύση, υπαίθριες δραστηριότητες και νερό

Ποίημα : Stamatina Vathi

20-10-2018

Άραγε δεν ακούς πως χτυπά??
Θαλασσινά κύματα που η ακτή προσδοκά.
Έχουν ηρεμήσει μόνο στην δική σου αγκαλιά,
όπως η βαρκούλα αρμενίζει σε ταξίδια ονειρικά.

Βλέπω τον ήλιο πως απομακρύνεται γλυκά,
ματόκλαδα που κλείνονται στην δική σου την ματιά.
Και το χαμόγελο πως μου χαϊδεύει την ψυχή,
ασημένιες αχτίδες που ξαπλώνουν αναμένοντας την αυγή.

Αυτό το μαύρο το φωτεινό,
το τόσο απόκοσμο, το τόσο μυστηριακό,
που μόνο η λάμψη των ματιών σου μπορεί να να συναγωνιστεί,
Ήλιος που χάνεται για μια νέα σε λίγο αρχή.

Λαμπύριζε το βλέμμα, κορφές γλυκές το στέρνο σου, θύελλες και καταιγίδες το δέρμα.
Είναι αποθεωτικό να σου ροκανίζει ο έρωτας το κορμί και να σου τριβελίζει το μυαλό η δική σου η μορφή.

Εγειρα στο στήθος σου, άκουγα τους χτύπους της θάλασσας της πλατιάς,
όπως με ταξίδευε χωρίς έγνοιες, χωρίς σκέψεις, με ανοιχτά πανιά.
Τα γυριστά σου ματόκλαδα έγερναν κουρασμένα και αυτά, σε αναμονή του αύριο μαζί με εμένα σε λιμάνια ερωτικά.

Και το αεράκι από την ανάσα σου, οι ρυτίδες στα μάτια σου από την συννεφιά,
με γλυκονανούριζαν μια από εδώ και μια από εκεί ρυθμικά.
Όνειρα και λογικά, αλήθειες, ψέματα και μια ζυγαριά που η ρουτίνα ταλάνιζε απρόσκοπτα και με χιλιάδες φόβητρα.

Ήταν μακρινό το ταξίδι με περιπέτειες πολλές, με θηλυκούς και αρσενικούς Οδυσσέες, με μνηστήρες και σειρήνες αποπλανητικές.
Και η θάλασσα εκεί, μια ήρεμη μια με ταραχή.
Έδινε σκοπό στην βάρκα μας και τόνο στο κουπί.

Φωτογραφία : Gioula Psimouli

Κοίτα πως φτερουγίζει, πάει στα σύννεφα, με νανουρίζει.

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, λουλούδι, φύση και υπαίθριες δραστηριότητες

Poem: Stamatina Vathi

22-10-2018

Κοίτα πως φτερουγίζει,
πάει στα σύννεφα, με νανουρίζει.
Ένας άγγελος γλυκός έχασε την καρδιά του
και έχει μείνει μοναχός.
Έκλαψε, έκλαψε πικρά,
για την ωραία του Ελένη που ήταν στον ουρανό να τον κοιτά.
Είχε χάσει τα φτερά,
δάκρυ πικρό έβγαινε από τα μάτια του,
θλίψη βαριά.
Και μια πεταλούδα τον κλωθογύριζε απαλά.

Μονολογούσε πληγωμένος,
αισθανόταν καρυδότσουφλο σε αχανέστατα πελάγη ριμαγμένος.
Τον άκουγε ο ουρανός να μονολογεί:
“Αχ ωραία μου Ελένη, καρδιά μου, ψυχή”.
Δάκρυ, δάκρυ και λυγμοί,
καρδιά σε φουρτούνες,
έτοιμη σε βάραθρο να πνιγεί.
Το στέρνο έτοιμο να εκραγεί
και η φωνή από τον πόνο είχε μέσα σε Καιάδα
σκληροτράχηλο χαθεί.

Κάθε ημέρα την αποζητούσε την αγάπη του και πιο πολύ.
Αναστεναγμός μέσα στο σύμπαν,
αποζητώντας την χαμένη του ζωή.
Την είδα την πεταλούδα,
είχε κάτι το θεϊκό,
κούνησε τα φτερά της,
τον χάιδεψε στο μέτωπο,
φτερά από άυλο φως.
Πήγε πάνω στα χείλη του,
του έδωσε ένα φιλί
και τότε τα φτερά του άνοιξαν,
σε πτήση συμπαντική.

“Έρχομαι να σε βρω γλυκιά μου, μοναδική ψυχή.
Κάθε μέρα σε σκεφτόμουν όλο και πιο πολύ.
Πως θα μπορούσα εγώ χωρίς την ύπαρξή σου,
χωρίς το γέλιο σου, του ερωτικό φιλί σου.
Τρεμόπαιζε το φυτίλι μου, δάκρυζε και ορυόταν το είναι μου στην ανυπαρξία,
η αναπνοή μου έσβηνε, πνιγόταν στο παράπονο,
στην πλήρη απελπισία.
Ήσουν η πνοή από την πνοή μου,
ο άνθρωπος μου, το άλλο μου μισό,
η ύπαρξή μου η ίδια.
Σε αγαπώ ωραία μου Ελένη,
Κοίτα έρχομαι μαζί σου, η ψυχή σου με περιμένει. ”

Όταν δύο ψυχές είναι από την μοίρα να είναι για πάντα κοντά,
οταν η αγάπη ακόμα και τον θάνατο δεν τον φοβάται μην χαθεί ξαφνικά,
όταν δύο άνθρωποι έχουν τόσο αγαπηθεί,
πώς μα πώς να ζήσουν ο ένας από τον άλλον σε απόσταση απέραντη χωρίς ελπίδα να είναι μαζί????
Το σύμπαν συνομωτεί.
Ο Άγγελος και η ωραία Ελένη, χέρι χέρι, ψυχή ψυχή είναι δίπλα δίπλα παντοτινά.
Την αποζητούσε αυτή την στιγμή, την ονειρευόταν κάθε ώρα, κάθε βραδιά.

Αφιερωμένο….

Φωτογραφία :Makis Bitos

Γύρισα την θάλασσα για το χατήρι σου

Η εικόνα ίσως περιέχει: ωκεανός, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Poem :Stamatina Vathi

22-5-2018

Γύρισα την θάλασσα για το χατήρι σου.
Έπνιξα τον πόνο μέσα στην μνήμη σου.
Τέτοια μαύρα μάτια να με σκοτώνουνε,
καρδιές να πυρπολούν, ψυχές να πληγώνουνε.

Χέρια σαν φτερά, γέλιο σαν φωτιά,
ώμοι εκκλησιές, φωνή καμπάνες που χτυπούν χαρωπές.
Σαν τα μάτια σου, νησιά, ήλιος και γιορτή,
Σαν το βλέμμα σου κάμποι ανθιστοί.

Ένα χελιδόνι ήρθε να μου πει.
Πως με σκέφτεσαι, αγκαλιά ζεστή, σάρκα δροσερή.
Γλάροι και αετοί, κόσμοι φωτεινοί
και εσύ στο ποτήρι κόκκινο κρασί.

Έλα στο στενό, βράδυ να σε δω,
να σου δώσω γλυκά φιλιά και όλη μου την καρδιά,
να ονειρευτούμε με το φεγγάρι συντροφιά.
Σαν τα μάτια σου, νησιά, ήλιος γιορτή,
Σαν το βλέμμα σου κάμποι ανθιστοί…

Φωτογραφία : Μάνος Γαμπιεράκης

Αυτό το γαλάζιο καπέλο πάνω στα ριχτά σου τα μαλλιά

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

Poem :Stamatina Vathi

23-5-2018

Αυτό το γαλάζιο καπέλο πάνω στα ριχτά σου τα μαλλιά,
ροζ λουλούδια να μυρίζουν, χείλη κόκκινα για αμέτρητα φιλιά…
Μου λείπεις. Στο έχω πει???
Μου λείπεις, θέλω να σε νιώσω σε κάθε σου ανάσα μου πάνω στο κορμί.
Και όπως ο αγέρας πάει να στο τραβήξει,
όλες οι αναπνοές μου αναγεννιούνται, τρελαίνονται όλες οι αισθήσεις.
Ένας κόμπος στο λαιμό…
Μην μου φύγεις σε παρακαλώ…
Ο αγέρας σου ανακατεύει τα μαλλιά
και μια μαχαιριά στο στήθος με διαπερνά.
Μου λείπεις…
Ο λαιμός μου είναι άνυδρος από την πρόκληση αυτή.
Και ένας πόνος μου παραλύει από άκρη σε άκρη κάθε εκατοστό στο κορμί…
Αυτό το γαλάζιο καπέλο θέλω να στο βγάλω εγώ,
να πάρω τα λουλούδια να στα βάλω εκεί στην αρχή της σχισμάδας του στήθους, κοντά στον λαιμό.
Μου λείπεις… Στο έχω πει????
Ο άνεμος με βασανίζει, τον ζηλεύω αφόρητα, σε αγαπώ…

Όσο και να ανθίσταμαι στα κύματα

Η εικόνα ίσως περιέχει: ωκεανός, ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες, νερό και φύση

Poem :Stamatina Vathi

25-5-2018

Όσο και να ανθίσταμαι στα κύματα,
όσο και εάν κωφεύω στα ονειροζωγραφιστά τραγούδια των σειρήνων,
όσο και εάν με χτύπησαν βράχοι μυτεροί, τυφώνες και θύελλες, καταιγίδες και δόλια λόγια,
αυτό το πηδάλιο κοντομεσής στην θάλασσα είναι σίδερο λιωμένο, λάβας δάκρυ καυτό,
που τυραννά τον ανδρειωμένο, φτερουγίζει ελπίδες,
σε ρίχνει σε βάθος αβάσταχτα απατηλό.

Τι και εάν οι ναύτες είναι δυνατοί,
οι μηχανικοί στην εμπειρία βαπτισμένοι,
ο καπετάνιος ομολογεί πως η πυξίδα έχει χάσει εδώ και καιρό την κατεύθυνση την ονειρεμένη.
Φοβάμαι αυτή την ξέρα που φαίνεται από μακριά,
μια που νομίζεις ότι κοντοζυγώνει, έρχεται όλο και πιο κοντά και μια που νομίζεις ίσως και ελπίζεις ότι είναι ένας αντικατοπτρισμός, ένα φευγαλαίο λάθος, ένας υπερτιμημένος υπολογισμός.

Και η μηχανή να σφαδάζει, εκατομμύρια δούλοι στο αμπάρι να πονούν,
τρέχει αίμα από τις πληγές εκεί που το σίδερο και το κλειδί γίνεται ένα με το κορμί….
Φοβούνται μην γίνουν βορρά στους καρχαρίες που λυσσομανούν από κάτω και στα αρπακτικά του ουρανού…
Βήχει ο ουρανός και ένα φεγγάρι ολόγιομο παρακαλά…
Να ζητήσει τι??? Λίγη σιγαλιά, γαλήνη στα πανιά και να ήταν καλοταξίδευτο αυτό το σκαρί…
Αλλά….

Οι δούλοι επαιτούν για ένα κομμάτι ψωμί,
σκλάβοι έτοιμοι να πουλήσουν και την ίδια τους την ψυχή…
Έχουν χαθεί οι αξίες, η δικαιοσύνη είναι μόνο στα γραπτά και η ιστορία πονάει, πονάει για αυτά τα παιδιά….
Αξίες, ζωή…. Ελπίδες, σχέδια….
Μέσα στο αμπάρι έχουνε κρυφτεί…
Μόνο να μην μπατάρει από το φορτίο το πολύ…
Φορτίο άδικο και παράλογο, μαζί με τα ιδανικά και χαθεί…
Μόνο βάρος έχει, βάρος στην ελευθερία και την ψυχή…

Τι κατεύθυνση να πάρω???
Τι να εμπιστευτώ???
Σε ποιο λιμάνι να ζητήσω ασφάλεια,
έχω ζωές πολλές να σκεφτώ…
Να ήταν ήρεμο το ταξίδι, χωρίς αφεντικά,
να μην είχε ζωές στα Αμπάρια, να είχε σιτάρι και αγαθά…
Και η πυξίδα να έδειχνε την κατεύθυνση κανονικά…
Χωρίς αντικατοπτρισμούς, ψέματα, προδοσίες, λάθη και υπερβολές…
Δεν φτάνει μόνο να μην ακούς τις σειρήνες,
ούτε να αντέχεις στις συνθήκες τις καταστροφικές,
θέλει να βλέπεις και πιο πέρα, στις ξέρες που φαίνονται ντυμένες φιλικές.

Άνοιξε τα χέρια σε ένα φεγγαρόλουστο χορό

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, λουλούδι, ουρανός, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Poem :Stamatina Vathi

26-5-2018

Άνοιξε τα χέρια σε ένα φεγγαρόλουστο χορό,
τινάζοντας το μενεξεδί πέπλο από τα μαλλιά της,
γλυσίνες για την ματαιότητα του χρόνου να τραγουδούν και κουτσουπιές για το φιλί του Ιούδα κρυφά να γλυκοψιθυρίζουν και να αλλαλάζουν.
Χέρια ψηλά, ικετευτικά, στα γυρίσματα του αγέρα να σιγοουρλιάζουν και να ψιλομουρμουρίζουν,
δίνοντας στο φεγγάρι μια απόχρωση μαβιά και απαλά να το γλυκοκοιτάζουν.
Και οι φεγγαροαχτίδες γελούσαν μυστικιστικά, έλουζαν με χάρη το κορμί της,
έπαιζαν με τα φύλλα και τα κλαδιά,
κρυφτό με την ψυχή τους.

Και όπως χτυπούσαν ονειρικά,
κύμβαλα και κρουστά οι καρποί της,
έδινε του ουρανού δυο φιλιά
και χάιδευε με τα κλαδιά της Άνοιξης το λουλουδιαστό κορμί της.
Λεπτά αρώματα και μωβ χαλιά στο χορό των επτά πέπλων,
η τζακαράντα να γνέφει πονηρά,
θεά της αποπλάνησης η μορφή της.
Γέλιο ανεπαίσθητο, να κροταλίζει,
να δίνει στον χορό ένα χρώμα εξωτικό,
αιθέρια να το στολίζει.
Τα νυχτοπούλια έλεγαν τα μυστικά
και την κοίταγαν λατρευτικά σε κάθε κίνησή της.

Βροχή λιλά και αέρινη να στροβιλίζεται από τον αγέρα,
να χαϊδεύει κάθε εκατοστό της Γης και του Ουρανού,
στρώμα πουπουλένιο, του καθε ταπεινού ζωντανού η παρέα.
Τζακαράντα μου αυτοκρατορική,
βασίλισσα του ξελογιασμού, εταίρα,
λικνιστική, αποθεωτική, δώσε ρυθμό με του γλυκολαλήστατου ανέμου την παρέα.
Τζακαράντα, τζακαράντα, μελωδία του ουρανού,
τζακαράντα, τζακαράντα, δώρο εξωτικό ενός Θεού…
Δώσε μια αγκαλιά, χόρεψε, χτύπησε τα ξύλινα κύμβαλα, μοίρασε απλόχερα κάθε ευωδιαστή μυρωδιά…
Τζακαράντα μου λιλά…

Φωτογραφία :Georgia Petropoulou

Copyright © 2017. Web Design - Κατασκευή Ιστοσελίδας by