Σμίλη στην σάρκα,
ύδωρ και γη προσφορά,
άνεμος φυσά…
Χαϊκού : Stamatina Vathi
4-3-2019
Wings of Stars (Φτερά των Αστεριών)
Poetry – Art (Ποίηση – Τέχνη)
Σμίλη στην σάρκα,
ύδωρ και γη προσφορά,
άνεμος φυσά…
Χαϊκού : Stamatina Vathi
4-3-2019

Poem : Stamatina Vathi
Τρίζει, τρίζει το χώμα κάτω από τη γη.
Άβυσσος πολλή.
Αυτά τα μακριά μαλλιά, όλο μπούκλες του αγέρα, κυματιστά,
δάκρυα και στεναγμοί, καταπίεση πολλή,
γιατί, γιατί λυπάσαι άντρα εσύ??
Γιατί??
Έτρεξες σαν καταιγίδα, σαν αερικό, ζήτησες το δίκαιο αλλά σε ιστό μπλέχτηκες ένα πρωινό.
Ακούω ακόμα τους βρυχηθμούς, τα μουγκρητά, τους παιανισμούς.
Τι προδοσία ήταν αυτή??
Για ένα φιλί, λιοντάρι ανήμερο σαν αυτό που είχες καθυποτάξει κάποια στιγμή.
Που είναι η χαίτη σου?? Που είναι τα μακριά σου τα μαλλιά??
Η περηφάνεια σου, η δύναμη η εξωπραγματικιά??
Πρόσεχε το όνειδος είναι μπροστά.
Ακούω, ακούω τους τριγμούς, οι κολώνες και τα τείχη πεσμένα σε σωρούς.
Έκλαψε, έκλαψε η ψυχή,
η προδοσία και ο λάθος δρόμος έχει καταχνιά πολλή.
Πονηρή Δαλιδά, ο ιστός που έφτιαξες εσένα θα κρατά.
Τίναξε, τίναξε αγόρι μου τα δεσμά.
Ανοιξε τα μάτια της ψυχής,
δες πολύ βαθιά.
Η καρδιά χτυπά,
χτυπά όμως για αγάπη πραγματικιά,
πάνλευκο Περιστέρι να πετά.
Ακούω τους βρυχηθμούς,
από το στόμα σου Σαμψών,
αλαλαγμούς…
Οι κίονες καταγής, ώμοι, χέρια, ματιά ευθυτενής.
14-3-2019
Πίνακας : Άντονι Βαν Ντάικ

Ο μικρός βασιλιάς
17-3-2019
Poem : Stamatina Vathi
Λαμπύριζε η φύση σε ένα γλυκό και ανελέητο σκοπό.
Έκλωθε και σεργιάνιζε, χόρευε και αντάρτευε,
έτρεχε και κρυβότανε, γέλαγε και ερωτευότανε.
Και σκίρτιζε, σκίρτιζε από χαρά.
Ψιθύριζε.
Φλερτάριζε με τις μέλισσες και τα πουλιά.
Χείλη, χείλη της αγάπης μισάνοιχτα να δίνουν όρκους και φιλιά.
Πορφυρές οι σάρκες σαν παπαρούνες και τα κορμιά ενωμένα σαν του αγρού ανεμώνες.
Το αεράκι αλάνιζε μια από εδώ και μια από εκεί,
έσπερνε γύρη και αρώματα, τρελό από οίστρο, όπου βρει.
Τα χελιδόνια έκοβαν τον ουρανό, έραβαν και κένταγαν σε ένα αόρατο σχηματισμό.
Ήταν τα ξόρκια για να απομακρύνουν τον χιονιά,
να κάνουν πτήσεις, να ράψουν τα ρούχα στον μικρό βασιλιά.
Ήταν εκεί μωρό και γελούσε,
ετοίμαζε ζέστη καυτή, καρπούς μεστωμένους στα δέντρα και με την θάλασσα γλυκομιλούσε.
Αχ αυτή η θάλασσα πως περίμενε αυτό το μικρό μωρό,
να γίνει πιο γαλάζια, με τον ήλιο να παίξει, ζωγράφος με μια απέραντη παλέτα να επιλέξει σε ένα ατελείωτο χρωματισμό.
“Γλυκό μου καλοκαιράκι γέλασε μέσα από την καρδιά, τώρα μπουσουλάς αλλά σε λίγο θα γίνεις νιος με δώρα πολλά.”
Μύρισε αεράκι από τα κύματα τα μακρινά και ένα θαλασσοπούλι έπαιξε με κάτι σύννεφα, πούπουλα αληθινά.
Γέλασε η Άνοιξη και τα άνθη, έκαναν μια φιγούρα όλο χάρη και ομορφιά.
Οι πασχαλίτσες κοκκίνιζαν όλο και πιο πολύ.
Πέταγαν μια εδώ και μια εκεί.
Τι να πρωτοαγγίξουν, τι να γευτούν??!!!
Τέτοιο πλούτο και μυρωδιές είχαν καιρό να δουν.
Ζουζούνιζαν και Ζουζούνιζαν, έπαιζαν, χόρευαν και τραγούδαγαν.
Και όπως ο ήλιος μέσα από το πουπουλένιο πέπλο έπαιζε κρυφτό,
τα χρώματα είχαν τρελαθεί, τέτοια γκάμα και απειρότητα είχαν καιρό να στολιστούν.
Είχε κέφια ο Θεός…
Αυτό έλεγε και η σοφή κουκουβάγια,
κάθε βράδυ πάνω στο κλαδί,
που τέτοιο φωτεινό φεγγάρι είχε χρόνια να ματαδεί.
Σπινθίριζε και έσκιζε την νυχτιά,
τα άστρα πυγολαμπίδες το θαύμαζαν και του έλεγαν μυστικά.
Και αυτό ολοφώτεινο χάιδευε τις πεδιάδες και τις σκεπές,
βούταγε και μέσα στην θάλασσα με τις πίνες, τα όστρακα, τα δίχτυα και τις πετονιές.
Κλωθογύριζε μέσα στην έρημο και την έκανε διαμάντια που ριγούν
και μετά φλερτάριζε με τα φύλλα και τα πέταλα και τα έκανε τα σκιρτούν.
Όλη η φύση μια αγκαλιά.
Ήλιος και φεγγάρι, χείλη μισάνοιχτα ερωτικά.
Το πέπλο σε λίγο θα ήταν έτοιμο για τον μικρό βασιλιά
και οι παπαρούνες, στάλες από του έρωτα το αίμα σε μια χορωδία από ατελείωτα του αγέρα χαιδέματα και φιλιά.
Το ταλάντωση ήταν αυτή.
Κόρη που καλούσε την αγάπη μέσα στην καρδιά της να ρθει.
Ο ουρανός έλαμπε μια το βράδυ, μια το πρωί.
Η γη είχε γεννήσει όλο τον πλούτο και πάλι από την αρχή.

Όπως φτερουγίζει η καρδιά,
τι κάστρα να φοβηθεί, τι οχυρά??
Όλα τα αψηφά…
Χτύποι και πεταλούδες κάτω από του ήλιου την ζωγραφιά,
οίστρος της Άνοιξης, της πεμπτουσίας γλυκολαλήματα και φιλιά…
Πεταλούδες
20-3-2019
Stamatina Vathi © poem
Διονύσης τσουκαλάς τέχνη

Poem : Stamatina Vathi
Ήταν ηλιαχτίδες του ήλιου τα μακριά της τα μαλλιά,
έπαιζαν με τις αντανακλάσεις της λίμνης, διάχυτα λαμπυρίσματα, διαμάντια αληθινά.
Μύριζε αμυγδαλιά και ροδιά,
ελιές νύμφες καμαρωτές,
κρίνα του αγρού, πολύχρωμα, λικνιστά.
Έσφυζε η γη απο σιτάρι και κριθάρι.
Σιτάρι για τους πλούσιους, κριθάρι για τους φτωχούς, οίνος να ρέει άφθονος,
γέλιο στα άσπρα σαν μαργαριτάρια σπίτια και τους μαρμαρένιους ναούς.
Και αυτοί καθρεφτίζονταν στα γαλάζια νερά,
κόρες όμορφες μέσα στις μυρωδιές της φύσης μια αγκαλιά.
Έπαιζε η άρπα, νύφη στα γαλάζια, φωτεινή , λίμνη όλο πλούτο, αληθινή.
Άσπροι και μαύροι πελαργοί, δάσκαλοι πραγματικοί,
χορευτές με τα τερτίπια των εποχών, μετεωρολόγοι αληθινοί σε κάθε του καιρού επιλογή,
πέταγαν σαν γράμματα σκόρπια
πάνω από τον πριγκίπων το περιβόλι
με τον αγέρα και τα παιχνιδίσματα των εποχών για παρέα.
Γλυκιά μου Καφαρναούμ, Δέσποινα του πύργου των Ιχθύων, που χάθηκες, που κρύφτηκες για να μην σε βρουν??!!
Γαϊδουράγκαθα πνίγουν τα νεαρά φυτά του σιταριού
και τα συντρίμια μέσα στο χρόνο και το χώμα χαμένα αναπολούν.
Οι λαοί της Θάλασσας χαμένοι και αυτοί στην ιστορία ψάχνουν την λύση για να βρουν.
Κοίτα, κοίτα τα μακριά της τα μαλλιά,
την πένα πως γράφει, βιβλία με μόρφωση και ζωή πλουμιστά.
Χρυσή σαν τον ήλιο με άλικη καρδιά.
Άρωμα λεπτό και μεθυστικό,
άμπελος του Αυγούστου που με το φως του ηλιοκράτορα γίνεται πιο έντονα δυνατό.
Κοίτα την πως κάθεται σκεφτικιά…
Άραγε τι σκέφτεται, τι αναζητεί, τι η ιστορία λέει, τι πάει να κρυφτεί??
Γιατί όλα είναι κυκλικά και ενώ ο άνθρωπος ένα βήμα κάνει εμπρός, όλο παραπατά??!!
Ξεχωριστή μου τουλίπα, γλυκομυριστή,
δέσποινα της λίμνης, γυναίκα, ζωή,
τι άραγε αυτή θέλει να μας πει??
Μίσος, μίσος και πόνος,
δάκρυα που σταλάζουν αίμα,
χαμός, έρημος δρόμος.
Μικρά διαμάντια της ζωής είμαστε και εμείς,
που γίνονται όμως σταγόνες και υδρατμοί όταν η κάψα του μίσους γίνει καυτή.
Και μετά τι??
Ερείπια, πισωγύρισμα, ψυχές χαμένες στην κόλαση, κλωθογύρισμα.
Δυο περιστέρια πέταξαν μακριά,
πέρασαν την θάλασσα, γίνανε ένα με τον ουρανό, μια μπουκιά.
Ένα αγκωνάρι ριγμένο, παρατημένο να μιλά,
να αφηγείται για παλιές ιστορίες και μεγαλεία αληθινά.
Πέτρες από εδώ, πέτρες και από εκεί και η γη να έχει γίνει έρημος, λάβα αληθινή.
Ποιος είναι ο νικητής??!!
Σε καμμένη γη τίποτα δεν μπορεί να ζει.
Και όμως… Και όμως…
Βλέπω μια τουλίπα χρυσή…
Με άλικη καρδιά που από τον ήλιο γίνεται όλο και πιο μοσχομυριστή.
Άραγε τα περιστέρια θα έρθουν ξανά??
Ομορφη κόρη τι σκέφτεσαι…
Ένα γιατί??!!
Κάτι στα χείλη κρέμεται…
Σαν προσευχή.
Πινακας: Πιέρο Ντι Κόζιμο
Poem: Stamatina Vathi
21-3-2019

Poem: Stamatina Vathi
Τα κύματα μύριζαν ιώδιο και καταιγίδα.
Είχε φυσήξει και τραντάξει όλο το βράδυ με επιμονή,
δύο πελαργοί τσαλαβουτούσαν μια εδώ και μια εκεί,
όλο το μπλε από την φύση ασύστολα είχε χυθεί.
Γλυκό και απάνεμο το ταξίδι και με τα κρόταλα να παιανίζουν για τροφή πολλή.
Ο ουρανός την θάλασσα είχε αγκαλιάσει,
κάθε λόγο της είχε εστερνιστεί,
το τραγούδι της είχε θαυμάσει,
σφοδρά και άπειρα την είχε ερωτευτεί.
Ήταν η συνέχεια της γης,
το άλλο το μισό της,
η καρδιά της, η ψυχή.
Μια αμυγδαλιά δώρο της είχε φέρει,
να την μυράνει, να την στολίσει στο φωτεινό της μπλε.
Ανθη και καρπούς να της κάνει,
άσβηστο λυχνάρι να της θυμίζει τον έρωτά του,
την κάθε του σκέψη που απεγνωσμένα την αποζητούσε να την δει.
Η καταιγίδα την είχε νευριάσει,
άφριζε και χτυπούσε κάθε βράχο,
κάθε καράβι χωρίς ενοχές.
Μαύρη και τρικυμιώδης, ταύρος ανίκητος, παροιμιώδης…
Πόσο πειθήνια σήμερα ήταν!!
Αλλά αυτός από την ηρεμία της δεν γελιόταν.
Καθόταν και την θαύμαζε, την ομορφιά της χαιρόταν.
Η αμυγδαλιά έλαμπε μες τα λευκά της…
Ήταν σύμβολο της αληθινής του αγάπης,
άσπιλη, τρυφερή, ελπίδα πραγματική.
Ο χειμώνας είχε σκοπό να αποχωρήσει,
το διατυμπάνιζαν οι πελαργοί,
όλη η φύση
και αυτή η άσπρη νύφη του χιονιά, η θεϊκή.
Τον εξόρκιζε τον γέρο χειμώνα,
του έκανε με τα κλαδιά της τερτίπια πολλά.
Του έλεγε ” φύγε, φύγε τι κάθεσαι εδώ ακόμα, κάθε πράγμα έχει τον καιρό του, πήγαινε στο καλό και έλα μετά ξανά”.
Ήταν μια οπτασία, ένας προάγγελος μιας νέας αρχής.
Μια λευκή προσευχή,
ένα γράμμα μέσα στο γαλάζιο, μια υπογραφή.
Μια φλόγα που θα καίει αιώνια με πάθος και επιμονή.
Αχτίδες και λάμψεις έβγαιναν από τα κλαδιά της,
άνθισε και έβγαλε καρπούς στην στιγμή.
Αναπηδούσε η ψυχή.
Ο χρόνος έτρεχε και τσαλαβουτούσε και έδινε όρκους με όλο το μπλε ότι γλυκά και ήρεμα θα προχωρούσε.
Την αγαπούσε την ζωή,
όλο το μπλε και το λευκό και την κάθε στιγμή.
Γέλασε η αμυγδαλιά και στον χρόνο έδωσε φιλί.
Όλα τα χρώματα έχει η παλέτα,
σταλιά σταλιά,
θάλασσα και ουρανός μια αγκαλιά.
22-3-2019
Πίνακας: Stylianos Papadopoulos

Poem : Stamatina Vathi
Εσύ και εγώ χείλη όλο φλόγα,
ανάσα καταιγίδα, βλέμμα αστραπή,
ναυαγοί χωρίς ελπίδα.
Θέλω να χάνομαι στο άγγιγμά σου,
να τρίβω την χέρια μου μέσα στα μαλλιά σου.
Στόμα, ψυχή, φιλί όλο φωτιά,
σώμα που εκρήγνυται, μια αγκαλιά.
Πουλιά στον ουρανό, χέρια φτερά,
ταξίδια σε ατέλειωτο χορό.
Ρίγη και προσμονή, χέρια ψυχή, μια ζωή.
Είναι γλυκό αυτό το κρασί,
σε ζαλίζει, σε φέρνει σε άλλη γη.
Άκου την θάλασσα πως γλυκοκελαϊδάει,
χτύποι της καρδιάς, ρυθμός που εξιτάρει.
Είναι ένα κρεσέντο, μια υπεροχή,
είναι η ανάγκη, είναι το ναδίρ.
Χάνεσαι, πέφτεις σε Καιάδα, αμφιβολίες και επιμονή.
Κάθε πράγμα, κάθε χτύπος, κάθε λέξη, κάθε ήχος, να είσαι εσύ.
“Μου λείπεις. Σε θέλω πολύ.”
Τα ερωτηματικά να γίνονται θαυμαστικά
και το ναδίρ, να γίνεται κορυφή, μετά από ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα όλο λόγια, ένα χάδι, ένα φιλί.
Τι φουρτούνα που είναι ο έρωτας??!!
Τι πρόκληση πραγματική.
Λίγο ήρωας, λίγο τρελός, λίγο μεθυσμένος αλλά σίγουρα καθόλου λογικός.
Ο νους πουλί που με τα παιχνίδια του αγέρα έχει ξενιτευτεί.
Στόμα, ψυχή, φιλί όλο φωτιά,
σώμα που εκρήγνυται, μια αγκαλιά.
22-3-2019

Κρασί διάσελο,
χυμός καρδιάς να ρέει,
ελπίδα στο φως.
27-3-2019
Χαϊκού
Stamatina Vathi

Poem : Stamatina Vathi
Γυρτό το σώμα μέσα στο δείλι.
Ρόζοι, ρυτίδες, γκρίζα μαλλιά.
Ο κυρ Σταύρος έχει την αγάπη του χαμένη,
γεμάτος όμως από μνήμες, χαμόγελα, παιδιά.
Αυτός ο κάμπος εάν και φτωχός,
(ο ήλιος τον έδερνε, ήταν σκληρός),
είχε πολλά να δώσει και πιο πολύ ελπίδα, φως.
Εκεί είχε δει την κυρά του,
ξέπλεκα μαλλιά όλης της ομορφιάς το βιος.
Αχ πόσο χτυπούσε εκείνη την μέρα η καρδιά,
τραίνο βαρυφορτωμένο που έτριζε από του έρωτα τον σεβντά.
Νόμιζε πως θα εκτροχιαστεί και με όλη του έρωτα την φόρα στην ποδιά της θα ριχτεί.
Τι άλικα μάγουλα, τι φούστα πορφυρή,
κόκκινη παπαρούνα στου κάμπου την σιωπή.
Πως γλυκολαλούσε ένα πουλί
και ο ήλιος λαμπύριζε στα χείλη της σαν προσευχή.
Πόσο την θυμόταν την κυρά του κάθε στιγμή,
την γκρίνια της, το παράπονό της, το κλάμα της, το χαμόγελό της.
Τον είχε κάνει πλούσιο και γεμάτο από ζωή,
του είχε χαρίσει την καρδιά της και ένα σκοπό να ζει.
“Σε αγαπώ” της έλεγε. “Σε αγαπώ”.
Και το στόμα του γέμιζε μέλι από την κηρήθρα γλυκό.
Ακόμα θυμάται τους ήχους του τραίνου και χαμογελάει , ρέει και ένα δάκρυ καυτό και την αποζητάει.
Αλλά… Έτσι είναι η ζωή.
Η κάθε φλόγα έχει τον δικό της χρόνο,
με τον Θεό δεν μπορεί να εναντιωθεί.
Τραίνο που ήταν έτοιμο μέσα στον κάμπο να ριχτεί, ακούει τους ήχους, θυμάται την κάθε στιγμή.
27-3-2019
Φωτογραφία : Μάνος Γαμπιεράκης

Poem : Stamatina Vathi
Στην ζεύγλη της καρδιάς και της ψυχής,
μέσα στο διάσελο ενός σούρουπου, μιας Χαραυγής,
η υφάντρα του έρωτα είχε βάλει την κλωστή,
χρυσό, γκρι και πορτοκαλί.
Ένας χρυσός κύκλος φωτιάς,
πάνλαμπρος ηγήτορας μιας γυναικείας καρδιάς,
έδειχνε και έριχνε όλο το φως,
μέσα στο μονοπάτι της ψυχής της, αρωγός.
Το αδράχτι και η ανέμη, το δάκρυ και η θέρμη,
ύφαιναν το χρυσοποίκιλτο ύφασμα του ουρανού,
έριχναν μαγικά δάχτυλα,
βελονιές στο απέραντο γαλάζιο του ωκεανού.
Και αυτό το πορτοκαλί,
τύλιγε πολύτιμο πέπλο το γυναικείο της κορμί.
Κύματα και αφροί, βυθοί απροσμέτρητοι, για ένα φιλί.
Σαρκώδη χείλη, πλανεύτρα γη.
Καράβι που έπλεε χωρίς πανί,
με μόνη πυξίδα το κάθε της βλέμμα, την κάθε στιγμή.
Πλουσιοπάροχοι τροβαδούροι να της τραγουδούν, με του πάθους τραγούδι
να την καλούν.
Και τα κύματα να την νανουρίζουν,
μέσα στην αγκαλιά των πρώτων και τελευταίων αχτίδων να την γλυκοβασανίζουν.
Η υφάντρα είχε πιάσει δουλειά,
μέσα στο μυστήριο του έρωτα, φωτιά.
Ω θεϊκές μου καμπύλες,
στήθη που φέρνουν ανατριχίλες,
μέσα στο δίχτυ της μάνας ζωής,
μέσα στο κύκλο μιας παθιασμένης λογικής.
Τα μάτια της και από τον ήλιο πιο φωτεινά,
τα χείλη ακόμα και από αυτόν τον ίδιο τον ηλιοκράτορα πιο καυτά,
καμπύλες φουρτούνες λικνιστές,
κύματα που σε φτάνουν στην άβυσσο,
ακόμα και ως τα αστέρια χωρίς ενοχές.
Ένα φιλί πορφυροποίκιλτο από πόθο και προσμονή,
ένα χαμόγελο από όλες τις κηρήθρες του κόσμου, αίσθηση αποπλανητική.
Μεγαλόμορφη ελπίδα μιας παθιασμένης δύσης, μιας μυστηριακής ανατολής τη ζήση.
Γλυκιά μου μάγισσα, υφάντρα.
Κόρη του νερού, της γης, του κουρσάρου ανέμου πηγή ζωής, γαλιάντρα.
Σε σκέφτομαι, σε ποθώ, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου θα σε νοσταλγώ.
Πουλί με ανοιχτά φτερά,
θα ταξιδέψω σε όλα τα πέρατα να σε βρω ξανά.
Κάθε δύση, κάθε ανατολή, θα αποζητώ της φωτιάς σου το αδάμαστο φιλί.
Πλανεύτρα ψυχή και ζωή, ουρανού και θάλασσας αρωγοί.
28-3-2019
Φωτογραφία : Idomeneas Geophotography