Σιγοσταλιές, γλυκολαλιές

Η εικόνα ίσως περιέχει: νύχτα και υπαίθριες δραστηριότητες

Poem : Stamatina Vathi

Σιγοσταλιές, γλυκολαλιές πέφτουν πάνω στο τζάμι,
γλύφουν πληγές, γλύφουν ψυχές, δίνουν αγκαλιές, μνήμες και χάδι….
Ένα πετάρισμα νιώθει η καρδιά,
σκέψεις και εικόνες, μια αγκαλιά.
Τρέχει το νερό, σταγόνες που έχουν χορό
και το μυαλό τρέχει και ζερβολαλεί,
χάνει το δρόμο και ανακαλεί.
Ήταν πικρό το δάκρυ αλλά γλυκιά η ζωή.
Μετά την δύση και μια καινούρια ανατολή.
Κρόταλα και παιανισμοί,
σκέψεις, λέξεις και στοχασμοί.
Φεύγει ο ήλιος, πάει να κοιμηθεί
και το μυαλό κονταροχτυπιέται με την καρδιά,
ανασέρνει και ανακινεί.
Κοιμήσου, κοιμήσου αστέρι μου,
νεα αυγή σε αναζητεί.
Φιλί γλυκό και αγέρινο,
στάλα, στάλα νερό,
να ποτίσει, να ξεδιψάσει, να ερωτευτεί.

11-12-2018

Έλαμπε και έγλειφε το μάγουλο γλυκά

Η εικόνα ίσως περιέχει: φωτιά, κεριά, νύχτα και εσωτερικός χώρος

Έλαμπε και έγλειφε το μάγουλο γλυκά,
ηταν ένα άστρο όπως έπεφτε από ψηλά.
Μικρό κορίτσι κάνε μια ευχή,
να λάμψει και να αγκαλιάσει την ανθρωπιά πάνω στη γη.
Τι??
Η αγάπη, η Ειρήνη, της καρδιάς και της ψυχής η ουράνια γαλήνη.
Ηταν ένα άστρο, μια ευχή, μια υπόσχεση για ζέση αληθινή…
Που??
Στην ψυχή…
Στην ψυχή μικρό κορίτσι.
Βλέπω την φλόγα πως τρεμοπαίζει,
μπαλαρίνα που φοβάται και ξαφνικά θεριεύει.
Δεν θέλω να βλέπω πόνο στην ματιά,
θέλω μόνο χαμόγελα και ελπίδες, θάλασσα πλατιά.
Η φλόγα να ζεστάνει την καρδιά.
Σε αγαπώ. Φιλιά.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !!!
25-12-2018

Poem: Stamatina Vathi

Το κέρας του Αιόλου… Ο όρκος της σιωπής

Η εικόνα ίσως περιέχει: βουνό, ουρανός, σύννεφο, δέντρο, φυτό, υπαίθριες δραστηριότητες, φύση και νερό

Το κέρας του Αιόλου…
Ο όρκος της σιωπής

Ο όρκος της σιωπής είναι πολύ βαρύς.
Έφτανε πιο πέρα, πιο πέρα και πιο βαθειά από τα χρόνια της αντοχής.
Το ψέμα είχε γίνει σκοτάδι και το κέρας του Αιόλου δεν άφηνε η ψυχή να βρει λιμάνι.
Φώναζε και αγνάντευε, έκλωθε και σεργιάνιζε,
μα γη δεν μπορούσε να βρει, κάπου να σταλάξει, γλυκά να κοιμηθεί.
Οι βελανιδιές είχαν δώσει τον ρυθμό,
κροτάλιζαν και έπλεκαν χορό,
αλλά αυτός δεν έπρεπε τη γη των ρουμπινιών να επισκεφτεί,
αίμα θα έπεφτε στην στιγμή.
Ήταν η προδοσία που πόναγε πολύ,
άνοιξε τα φτερά και έκανε μια ευχή.
Ήταν οι πέτρες που ρίζωσαν στο χώμα,
εκεί που ξερίζωσαν τα δέντρα τα ιερά,
κύμβαλα και ψαλμωδίες έγιναν ένα με των τριών νησιών τα ιερά νερά.
Έφυγε η ευχή, ταξίδεψε, πέρασε τις Ηρακλειδες στήλες, έτρεχε
έφτασε μέχρι τα βουνά,
έγινε σταγόνα και διαμάντι από όλα τα παλιά.
Τα στόματα λούφαξαν, δεν έλεγαν πολλά,
Ήταν όπως η θάλασσα που έφτασε μέχρι τα βουνά.
Σιώπησαν οι καρακάξες, σιώπησαν…
Ο αγέρας άλλαξε φορά.
Μια λίμνη έμεινε μετά από καιρό
και οι πέτρες που είχαν γίνει ένα με τον όρκο τον ισχυρό.
Πόσοι χάθηκαν, πόσες ψυχές??!!!
Και η σημαία άλλαζε φορά μια στο παρόν και μια στο χθες.
Αυτό το αλισβερίσι είχε ξεχαστεί,
μετά το κυνήγι των μαγισσών όλα είχαν χαθεί ,
ένα ερωτηματικό σφάδαζε στον καιρό,
τι ρόλο είχαν οι πέτρες σε αυτό το λόφο, τι σκοπό??
Άστραψε και βρόντηξε στον ουρανό,
η ψυχή πρέπει να κατασταλάξει στο σώμα αυτό.
Που είσαι?? Που είσαι?? Σε καλώ….

Poem : Stamatina Vathi
27-12-2018

Σειρήνες

Η εικόνα ίσως περιέχει: ωκεανός, ουρανός, νερό και υπαίθριες δραστηριότητες

Poem : Stamatina Vathi

Σειρήνες

3-1-2019

Αυτό το λαζαρέτο ήταν γεμάτο μνήμες και καρφιά,
ένα ένα, μια μια είχαν μπηχτεί στην καρδιά από παλιά.
Έπινε και έπινε σταγόνα σταγόνα την ζωή,
μήπως απάντηση για τις χαρακιές μπορούσε να βρει,
ίσως…. Ίσως και να γιατρευτεί.

Ο αγέρας έγινε απότομα δυνατός,
σάρωνε και βούιζε, τα σήκωνε όλα δυστυχώς…
Τα κύματα μανιασμένα ήθελαν να τον καταπιούν,
γερό πάτο την μορφή του να βρουν και να δουν.

Λυσσασμένε λύκε που ουρλιάζεις δυνατά,
ήρθες με το ασκέρι σου να μου θυμίσεις τα παλιά.
Σε αυτό το μπουκάλι στάλα δεν θα βρεις,
το έριξα για να απολυμάνω όλα τα σκάρτα της ψυχής.

Ρουθούνιζε ο αγέρας και αλυχτούσε
και ο μακαράς όλα τα κρυμμένα τα κρατούσε.
Τι πλώρη, τι πρύμνη, τι ζωή,
ποιο ήταν τέλος και ποια η αρχή δεν μπορούσε να βρει.
Το μυαλό είχε θολώσει, είχε από το πολύ μεθύσι ζαλιστεί.

Αχ βρε γεράκι μου, τι να πρωτοθυμηθώ,
για τι να κλάψω, για τι να παραπονεθώ??
Εχω μέσα μου πολλά θεριά,
δεν μου φταίει η καταιγίδα, ούτε η αστροφεγγιά.
Είμαι ένας εχθρός του εαυτού μου,
πάω αντίκρυ αντίκρυ με την φωτιά.

Τα κύματα θεόρατα να τον αγκαλιάσουν,
είδαν την τρικυμισμένη ψυχή του, να τον κάνουν δικά τους.
Αλλά η Πηνελόπη, αλλά η Πηνελόπη τον νοσταλγούσε, ύφαινε και έκλαιγε, τον αποζητούσε.

Άραγε πόσο μακρύ να είναι αυτό το ταξίδι
και το κατάρτι με αφέλεια τον ουρανό να σκίζει.
Έλεος, έλεος που να βρει??
Ήταν περήφανο κουμάσι, δυνατό σκαρί.
Ποια τρικυμία, ποια φουρτούνα να φοβηθεί,
αφού μέσα του αντάρτευαν όλα τα θεριά που είχε η ζωή.

Φώναξε, φώναξε Ποσειδώνα όσο θέλεις δυνατά
και εσύ ακόμα θα φοβηθείς της ύπαρξής μου τα μυστικά.
Άσπρο πάτο, άσπρο πάτο για την τελευταία γουλιά,
ενάς σκληροτράχηλος καπετάνιος σε χαιρετά.
Πέτα, πέτα ψηλά….

Βούιζε το τσερβέλο, είχε πολλά να σκεφτεί,
λίγο το ένα, λίγο το άλλο και η βροχή είχε μέχρι το κόκαλο κρυφτεί.
Μνήμες, μνήμες που είχαν βραχεί,
έσταζαν λόγια και πράξεις, παθήματα ίσως και μαθήματα από του αγύρτικου κόσμου την τριβή.

Έκλαψε πολύ εκείνο το βράδυ, έκλαψε πολύ.
Τι ερινύες, τι γοργόνες, τι μέδουσες που του είχαν μαρμαρώσει την ψυχή!!
Αυτό το ποτό μόνο που του έκαιγε τον λαιμό,
όπως το κατέβαζε μονορούφι ήθελε να το κάνει ένα σκοπό.
Όχι αυτό το τραγούδι των Σειρήνων,
αλλά αυτό όταν κοιμότανε γλυκά,
μέσα στις γυναίκας του την απλάδα,
των βελούδινών της μίσχων.

Φωτογραφία : Sailing and dreams

Άστρα

Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, νερό και υπαίθριες δραστηριότητες

Poem : Stamatina Vathi

Άστρα

Είχε περάσει η ώρα,
την είχε παρασύρει ο καιρός.
Μια φιγούρα σαν από άλλο κόσμο καθόταν αγέρωχα σκοπός.
Μια πλήρη ησυχία αρμένιζε στα πανιά,
λες και είχε φτάσει μέχρι το τέλος του κόσμου εκεί που η θάλασσα και ο ουρανός γίνονταν ένα, ζευγάρι απο παλιά.

Τα άστρα χάιδευαν το πανί,
του έλεγαν για αγάπες, για πάθη, του σμίλευαν την μορφή.
Το φεγγάρι είχε ξαπλώσει,
ήθελε τον ήχο τον γλυκό από την πλανεύτρα θάλασσα να νιώσει, να αποκοιμηθεί.

Ήταν τόσο απόκοσμο το σκηνικό,
μετά από την τόση τρικυμία η καρδιά με την νύχτα έπαιζε κρυφτό.
Χάθηκε το βλέμμα του, χάθηκε πέρα μακριά,
αγνάντευε για το λιμάνι του, για έναν φάρο,
μια φωτιά.
Όχι αυτή που καιγόταν χρόνια στην ψυχή,
αλλά την λάβα που του τυραννούσε την σκέψη, το κορμί.

Τι κύκλωπες του είχαν φάει με μια χαψιά την συντροφιά,
τον είχαν αφήσει μόνο να βλέπει τα άστρα και να προχωρά.
Ήταν η μόνη ώρα που μπορούσε να ησυχάσει η ψυχή,
όταν χανόταν στο μονοπάτι της νύχτας με τα άστρα πριν την Χαραυγή.

Γλυκό μου φεγγάρι, θάλασσα, γη,
αυτό το σώμα τυραννιόταν από κύμα στο κύμα, μέσα στην καταιγίδα, με την αρμύρα για προσευχή.
Μόνο αυτό το πέπλο από αστέρια του γλύκαινε την διαδρομή.

Πως φώτιζαν, πως χορεύαν, πως λικνιζόντουσαν, πως χωρατεύαν….
Σιγοψιθυριστά, μυστικιστικά,
σε ένα κύκλο από εικόνες του νου, με αστερόσκονη, χωρίς τελειωμό, μαγικά.

Νόμιζε ότι ήταν τόσο κοντά στον Θεό,
που ίσως το μυαλό του τον κορόιδευε ή το ουίσκι που είχε πνίξει το τελευταίο παράπονο με μια γουλιά,
σταγόνα σε άνυδρη έρημο χωρίς νερό στην σιγαλιά.

Και εκεί χανόταν η ματιά και ο νους μαζί με όλα τα θεριά.
Ήταν η ώρα που ονειρευόταν ότι ήταν μικρός,
ότι είχε γυρίσει τον χρόνο, ότι ήταν μαζί του καλός.

Δεν τον αγάπαγε ώρες ώρες τον χρόνο, νόμιζε ότι ήταν ποταπός.
Ίσως ήθελε να τον εκμηδενίσει,
να τον αφαιρέσει από την ζωή του,
διαφορετικά να τον εξευμενίσει χωρίς σκέψη γρήγορα και ξαφνικά να τον χτυπήσει.

Είχε καταλάβει την αξία του χρόνου αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί και όπως παρατηρούσε τον ουρανό καθως φώτιζε και άλλαζε μορφή καταλάβαινε πόσο μικρός ήταν χωρίς ένα σκοπό, χωρίς αγάπη αληθινή.

Είχε χάσει τον δρόμο του, τον είχε χάσει,
αλλά μπορούσε να μετράει τα άστρα και να κλάψει, ίσως και να γελάσει.
Τον έσκαβε η αρμύρα αλλά τον χάιδευε της νύχτας ο ουρανός, που με το φεγγάρι και τα αστέρια του ήταν στο ταξίδι αυτό ουραγός.

Αλλά…. Αλλά έπρεπε να ανοίξει τα μάτια της ψυχής,
να δει πιο πέρα από τον ίδιο, το εγώ ήταν θηλιά αιμοχαρής.
Αχ αυτή η ηρεμία, πως τον αγκάλιαζε γλυκά,
ηταν μια ώρα μαγική στο τέλος του κόσμου μια αγκαλιά.

Αρμένιζε, αρμένιζε σε βελούδο από φλουριά
και χρύσιζε και ασήμιζε μέσα στον έβενο της νύχτας με το φεγγάρι για συντροφιά.
Μόνο ο απόηχος από κάπου μακριά σαν σε τραγούδι του πιλάτευε γλυκά γλυκά τα αυτιά.
Άστρα μου, φτερά.
4-1-2019

Φωτογραφία : Sailing and dreams

Σφυρί και σίδερο

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, δέντρο, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Poem : Stamatina Vathi

Σφυρί και σίδερο

5-1-2019

Τι γάντια, τι σκουφί, κόκκινη η μύτη από την παγωνιά, κρύο πολύ.
Δυο ματάκια που κοίταγαν αχόρταγα τον χιονιά,
ήθελαν άπληστα να βάλουν το άσπρο το χιόνι στις χούφτες,
να παίζουν χιονοπόλεμο με τα άλλα παιδιά.
Τι χαμόγελα μέχρι την καρδιά αλλά το κρύο έτσουζε,
φώναζε η μαμά να ντυθεί καλά.

Τα δέντρα είχαν στολιστεί,
οι λίμνες είχαν παγώσει, το βουνό είχε κάτασπρο ζωγραφιστεί.
Μια μαγεία, ένας απόηχος από του χιονιά την σιωπή,
και οι πριγκίπισσες στα λευκά ντυμένες να χορεύουν και να στολίζουν την πλάση ως το πρωί.

Μέσα τα κεφάλια το βράδυ, τζάκι και ζεστασιά, παραμύθια με γεύση από παλιές εικόνες, κάστανα στην φωτιά.
Είχε ο βοριάς θεριέψει και η χόβολη πεινούσε πολύ,
μνήμες με την γιαγιά και το παππού στο τζάκι,
νοσταλγία με γεύση από ζωή.

Κάτι από όνειρο, κάτι από φιλί,
κάτι από μια αγκαλιά με ένα ποτήρι ζεστό κρασί.
Όπως έπεφτε σιγά σιγά μέσα στο στόμα, έφτανε μέχρι τα σωθικά, ζάλιζε την ψυχή.
Παγωνιά και ζέστη, άνθρωπος στον άνθρωπο ανάγκη αφής.
Σφυρί και σίδερο, σάρκα και καρδιά, αγέρας και χιόνι, το κρύο θέλει αγκαλιά.

Φωτογραφία : κωστας κωνσταντινιδης

Τέτοια ησυχία!!!

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Poem : Stamatina Vathi

13-1-2019

Τέτοια ησυχία!!! Σε έπνιγε, κομμάτι στο λαιμό…
Πόσοι πέρασαν, πόσοι γέλασαν, έκλαψαν, τα έβαλαν με τον Θεό??!!
Πόσοι λάτρεψαν και ερωτεύτηκαν, έδωσαν φιλί γλυκό, τον ήλιο γεύτηκαν…
Αλλά…
Πέρασε πολύ καιρός και ο χρόνος άτεγκτος, κουφός…
Δεν τον ένοιαζε τίποτα, μόνο κοίταζε μπροστά,
τα συναισθήματα και οι άνθρωποι ήταν για αυτόν περιττά.
Μόνο κυλούσε και κυλούσε και κάποια φορά με τα στοιχεία της φύσης μονολογούσε.
Πότε ζέστη, πότε κρύο, ήλιος να καίει, χιόνι να καταπίνει βουνά και όλο το γύρω τοπίο…
Δεν τον αιφνιδίαζε τίποτα…
Μόνο προχώραγε και προσπερνούσε, γινόταν μνήμες και ότι δεν του άρεσε το αφαιρούσε.
Είναι αφαιρετικός ο χρόνος, βάζει την λήθη να ροκανίζει τα πάντα, θέλει να είναι δυσθεώρητα μόνος.
Του αρέσει η μοναξιά, δεν έχει αίσθηση, τι σημαίνει μέλλον, τι παρόν,
δεν τον ενδιαφέρει αληθινά.
Είναι όταν το τέλος βρίσκει την αρχή χωρίς μέση και γιατί….
Δεν κάνει ερωτήσεις, δεν λέει πολλά, μόνο να κρίνει ξέρει και αυτό όχι πολύ καλά.
Αφήνει τον άνθρωπο να μεροληπτεί,
να κάνει ορισμούς, να κάνει νόμους, όλα να τα εξηγεί.
Αυτός μόνο ξέρει ” ότι τα πάντα ρει”.
Ήθελε να είχε ψυχή, το ήθελε πολύ,
αλλά όπως προχωρούσε και πιο βαθιά δεν ήθελε πίσω να ξαναδεί.
Χωρίς πληγή, χωρίς καρδιά, χωρίς νου, χωρίς ματιά…
Μόνο έτρεχε και έτρεχε μια ζωή, άφηνε ρυτίδες, άφηνε το απών, άφηνε ζωές σε ένα τραπέζι που μεταβαλλοταν συνεχώς.
Και αυτός σοφός??
Όχι… Όχι…
Είπαμε η λήθη ήταν αδελφή, ίσως και η πλεονεξία, ακόμα και η υπερβολή.
Βουνά έγιναν πέτρες, λιθαράκια μικρά,
σταγόνες έγιναν ολάκεροι ωκεανοί,
αλλά που μυαλά??!!!
Ήταν και αυτό το ον που τον έλεγε σεκοντ και τον έβαζε σε πράξεις και δοκιμές,
αλλά στην ουσία δεν είχε καταλάβει την αξία του ούτε από το χτες.
Περνούσε γρήγορα το ρημάδι χωρίς ενοχές.
Μόνο το δάκρυ τον πίεζε που και που,
ωραίο αγαθό αυτό, όπως το γέλιο ενός μικρού παιδιού…
Αλλά αυτός προχωρούσε και σεργιανιζε, έκανε τσάρκες και αλάνιζε…
Χα χα και αυτοί οι άνθρωποι οι ξύπνιοι μαζί και χαζοί ήθελαν να τον βάλουν σε καλούπια, ίσως και σε μια φυλακή…
Γέλασε δυνατά η ψυχή… Που ίσως ήταν ένα ολοκλήρωμα ή μια δύναμη μαθηματική…
Η ουσία όμως είναι μόνο μια…
Ότι ο χρόνος έχει δύναμη, ροή και τριβή.
Όλα τα παρασύρει και πάλι από την αρχή.
Έπεσε χιόνι εκείνη την ημέρα και η λήθη βγήκε βόλτα με την αγάπη για παρέα.
Κρύωσε και φύσαγε ο βοριάς και μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια σμίλεψε ο χιονιάς…
Άραγε έγινε της Σοφίας αρωγός ή έχασε άλλη μια φορά τον δρόμο που βγάζει στο άπλετο φως.
Δύσκολο να διαχωρίσεις ποιος είναι πραγματικά ανθρώπινος, αληθινός.

Πίνακας : Odysseas Anninos

Αμυγδαλιά μου τι μήνυμα μου φέρνεις??

Αμυγδαλιά μου τι μήνυμα μου φέρνεις??
Μίλα μου για χαμόγελα και φιλιά,
για αγάπη που βγαίνει μέσα από την καρδιά…
Τόσο λουλουδάτη και αιθέρια,
Ειρήνη μέσα από του ουρανού τα μύρια ένστικτα…
Φέρε ελπίδα και χαρά…
Φιλιά πολλά….
Stamatina Vathi
1-2-2019

Άκουγα τον χορό των ψυχών και αναθάρρευα

Η εικόνα ίσως περιέχει: πουλί, ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες, νερό και φύση

Poem : Stamatina Vathi

6-2-2019

Άκουγα τον χορό των ψυχών και αναθάρρευα,
ζητούσα απαντήσεις και λογάριαζα.
Έκλεινα τα αυτιά στις ύαινες,
πέταγα πάνω σε σμήνη και κίονες.

Και η καρδιά… Η καρδιά…
Χτύπαγε όλο και πιο δυνατά.
Βροντοχτυπούσε και αλήτευε,
ζητιάνευε και αγύρτευε…

Μια ματιά, για μια ματιά,
ένα βλέμμα όλο νόημα και ομορφιά.
Που είσαι ψυχή μου να αναρωτά
και να σε αποζητά και πιο βαθιά.

Αχ να ήμουν σμήνος από πουλιά,
να σηκώνω στον αγέρα τα φτερά,
να σε χάιδευα με μια ματιά,
από τον ουρανό και πιο μακριά.

Έσταξε ο ουρανός, δάκρυσε και ο Θεός…
Που είσαι ψυχή μου να ρωτά,
να σε αναζητά και πιο βαθιά,
Άκου, άκου τον χτύπο της καρδιάς…

Δάκρυ που έγινε προσευχή,
νήμα, κλωστή και γραφή,
ένα χαμόγελο κελαρρυστό,
χείλη κερασένιο στον γυμνό λαιμό.

Πέταξα, πέταξα, έγινα φτερό,
πουλί σε σμήνος αλαργινό,
μόνο, μόνο για να σε δω,
να σου πω το “ΣΕ αγαπώ”.

Φωτογραφία : Σοφία Ωρολογά

Η Ελπίδα δεν ξεψυχά.

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, λουλούδι και υπαίθριες δραστηριότητες

Poem : Stamatina Vathi

Ήταν σκοτεινό αυτό το ουρλιαχτό.
Έσκιζε λεπίδα κοφτερή, τη γη και τον ουρανό.
Οι άγγελοι είχαν πάψει να υμνούν,
μόνο το δάκρυ έτρεχε κρύσταλλο που μπιγόταν βαθειά στην ψυχή παιδιού.

Λύσσα κατέτρωγε τα σωθικά,
έκαιγε και μαύριζε κάθε καλό μέσα στην καρδιά
και αυτή βουβά καρτερούσε ένα αγαπώ,
ένα λόγο μέσα από του αγέρα τον αληθινό σκοπό.

Κόρη και γιος αυτός πιο μικρός,
μαύρα μαλλιά και η ματιά χαμένη,
χωρίς καθόλου λογικά.
Αυτή η μάνα είχε μέσα στο χρήμα χαθεί,
είχε την ψυχή της για μερικά γρόσια πουληθεί.

Ήταν λάμψη από αυτό το μωβ,
που της έκρυβε το φως από τα μάτια,
ζωή χωρίς σκοπό.
Τι άλογα να τρέξει, που να πρωτοκρυφτεί,
η σειρά της ερχόταν, να πάρει την αμοιβή.

Εσκιαξα από το ποδοβολητό,
νερό πήρα στα χέρια για να εξαγνιστώ.
Μυρτιά και λιβάνι, καύτρα μιας πληγής,
αλλά η ρόδα γυρίζει, ένα παιχνίδι είναι χωρίς τέλος και αρχή.

Ποια είναι άξια να κρίνει,
ποια την πέτρα να σηκώσει από καταγής??!!
Ενα ξέρω ότι δεν ξέρω και ο φθόνος πολύς.
Άκουγα το γουργουρητό από τους σκύλους,
σάρκα και αίμα, τροφή…

Αλλά… Αλλά εάν οι άγγελοι τραγουδήσουν δεν θέλω να είμαι μάρτυρας, θα φύγω ευθύς.
Οι λάμψεις έδιναν ρυθμό
και οι άρπες χορδίζονταν να δώσουν χρησμό.
Ένα κοράκι λαβώθηκε από ψηλά και η καρακάξα έκραξε να πάει να σώσει τα δικά της παιδιά.

Λύσσαξε η ψυχή, ναυάγησε η καρδιά και εκεί από μακριά που την ατένιζα είδα την ελπίδα να ξεψυχά.
Φώναξα “Γιατί?????!!! Γιατί???!!!”
Το μόνο που σκέφτηκα είναι να κάνω προσευχή.
Δεν είμαι άξια να κρίνω. Θεέ μου ξέρεις μόνο εσύ.

Αφέθηκα με ανοιχτά τα χέρια, ατένισα ψηλά.
Όλο το μωβ είχε χυθεί παντού, έγινε μια αγκαλιά.
Η ζωή μου είναι στα χέρια σου φώναζε η καρδιά.
Άστραψε και βρόντηξε, η Ελπίδα δεν ξεψυχά.

12-2-2019

Copyright © 2017. Web Design - Κατασκευή Ιστοσελίδας by