Άκου καρδιά μου τον γλυκόπικρο ρυθμό

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem:Stamatina Vathi

14-5-2018

Άκου καρδιά μου τον γλυκόπικρο ρυθμό.
Άκου τα δέντρα πως μιλάνε,
μυστικά που τραγουδάνε κρατώντας σου συντροφιά.
Χάδια του αγέρα, θροΐσματα, βουητά.
Κοίτα την θάλασσα, άκου την βροχή,
όπως πέφτει στο χώμα θα σου πει μια ευχή.
Πάρε λάσπη στα χέρια, πάρε γη,
μύρισέ την, μύρισε του κόσμου όλου τα λουλούδια,
είναι απόσταγμα από την δική μου την ψυχή.
Άσε τις αισθήσεις σου να ταξιδεύουν μακριά,
φλόγα, καρδιά, φιλί σε προσδοκά.

Φωτογραφία :Stamatina Vathi

Τακ Τακ Τακ η πόρτα χτυπούσε από κακία

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem :Stamatina Vathi

14-5-2018

Τακ Τακ Τακ η πόρτα χτυπούσε από κακία,
έτριζε, έβριζε με βία.
Είχε από καιρό μένος με τις πέτρες,
της θύμιζαν εκεί που λίγες μέρες πριν είχε πέσει αυτός ο δυστυχής,
χωρίς άνθρωπο σιμά του,
χωρίς στο μέλλον πολλές ημέρες μπροστά του.
Τον είχε βρει η κρίση.
Δεν είχε ούτε ζεστό φαΐ τα παιδιά του να ταΐσει.
Έκλαιγε και μονολογούσε, μαύρο το βλέμμα του, χωρίς φως, χαμένο κορμί, μέσα στο πόνο οδυρόταν και πενθούσε.
Και μια βρωμοκαρακάξα έπαιζε με τον πόνο του, έκραζε και κορόδευε την απαίσια του την κατάντια.
Χωρίς δουλειά εδώ και καιρό, έρμαιο της ύπουλης της τύχης του και πιάτο στο σπίτι χωρίς φαγητό.
Χτύπησε πόρτες, παρακάλεσε, έπεσε στα πόδια γονατιστός αλλά ο καθένας ήταν χαμένος στο δικό του εαυτό.
Δεν είχε πάρει επιδόματα ποτέ στην ζωή, ούτε είχε γράψει περισσότερα από ότι του άρμοζε, δεν ήταν κλέφτης, το είχε πει.
Δουλειά ήθελε μόνο για να ταΐσει τα δόλια του τα παιδιά, να μεγαλώσουν, να γίνει παππούς, να τα καμαρώνει με την κυρά.
Αλλά….
Άφραγκος και τι να πρωτοπληρώσει και όλοι φακελάκι του ζητούσαν για να δώσει.
Το νοίκι, το ρεύμα, το νερό και τόσα στόματα να ζητούν φαγητό.
Άδικη ζωή, σκληρή, έναν αθώο άνθρωπο έριξες κατά γη.
Εδώ σε αυτές τις πέτρες του έφυγε η ψυχή…
Και τώρα…
Λυσσομανά ο αγέρας και φτύνει μαύρο ο ουρανός.
Η γη καίει…
Άλλος ένας αθώος φεύγει πεταμένος σαν οχτρός.
Πολλοί τον είπαν άμυαλο αλλά είχε χρυσή καρδιά, ήταν άνθρωπος αληθινός.
Η πόρτα ωρυόταν, χτύπαγε δαιμονισμένα,
σκουριά και μπαρούτι στην καρδιά,
δάκρυα αφημένα.
Τον έγραψε η εφημερίδα θαρρώ, ίσως το είπαν και η ειδήσεις.
Γυναίκα, παιδιά???
Τι να πω…
Πόσοι αθώοι χαμένοι στης εποχής το μετερίζι??

Ήταν η θάλασσα λείο γυαλί καμωμένο

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem :Stamatina Vathi

16-5-2018

Ήταν η θάλασσα λείο γυαλί καμωμένο,
μενεξεδί που λαμπύριζε,
με την άμμο σπινθίριζε και αγκαλιασμένο.
Έτσι όπως ατένιζε σκεφτική,
λες και είχε καταπιεί όλη τη γη
και αυτό το τελευταίο ύστατο χαίρε,
δεν μπορούσε να το δεχτεί.
Η καρδιά πονούσε πολύ και μονολογούσε σκεφτική.
Δυο στεριές χωρισμένες, ψυχές που πονούσαν συνταρακτικά, απομακρυσμένες.
Και αυτό το γυαλί κοφτερό,
έψαχνε να βρει φλέβα,
να δει το κόκκινο να ξεπηδά αλόγιστα χωρίς τελειωμό.
Ο Ηλιος ζήλεψε και είχε κρυφτεί
και το κύμα παραπονιάρικα μες το μεθύσι του μπλε είχε ριχτεί.
Έκλαιγε σιωπηλά, με αναφιλητά
και η ψυχή πετούσε ψηλά.
Ηθελε να τον δει,
να πάει κοντά,
να χαθεί σαν την άμμο στης θάλασσας την αγκαλιά.
Δυο στεριές χωρισμένες, ψυχές που αποζητούσαν η μία την άλλη από τον έρωτα μεθυσμένες.
Ίσως ήταν και αυτός εκεί απέναντι και την κοιτούσε,
τον ένιωθε σαν αερικό να της μιλούσε.
Η νύχτα θα έκανε πιο έντονη την γυάλινη θάλασσα.
Θα την έκανε μαύρη σαν τα δικά της τα μάτια,
αυτά που είδε για τελευταία φορά
και μετά χάθηκε, χάθηκε παντοτινά.
Παντοτινά??!!!
Μεγάλη λέξη τελικά.
Και αυτός ο κόσμος είναι γεμάτος από μεγάλες λέξεις αλλά οι πράξεις είναι αυτές που κάνουν την διαφορά.
Φύσα αγέρα μου, Φύσα…
Κάνε το γυαλί να κινηθεί,
να γίνει κύματα δυνατά,
την στασιμότητα να καταπιεί.
Είναι σκουριά, σκουριά στην ψυχή.
Είναι κάτι ανατολές, που βάφεται ο κόσμος όλος…
Της προσμονώ αυτές ντυμένες στα κόκκινα, τα πορτοκαλί, τα χρυσαφένια και τα διαυγή κεχριμπαρένια.
Δυο ψυχές χωρισμένες, στεριές με γεφύρια ενωμένες.
Παντοτινά???!!!
Μεγάλη λέξη τελικά.

Μια ηλιαχτίδα έπαιζε στα διαμαντόμαυρα μαλλιά της

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem: Stamatina Vathi

16-5-2018

Μια ηλιαχτίδα έπαιζε στα διαμαντόμαυρα μαλλιά της
και στίχοι από ένα ηλιοφώτεινο τραγούδι χόρευε στα χείλη τα γλυκά της.
Κόκκινο στόμα , τριαντάφυλλο πορφυρό,
που ήθελες να της το ματώσεις,
να της δώσει του πόθου φιλί καυτό.
Ενα τραγούδι μεταξένιο που αγκάλιαζε το λαιμό της, κάθε καμπύλη, μέχρι την αρχή από το στήθος το τορνευτό της.
Όπως λικνιζόταν σαν Θεά μέσα από την συστάδα, χέρια πουλιά,
ήταν λες και παιάνιζαν οι ουρανοί,
ολόκληρο πανέρι από τα άνθη όλης της γης για ένα γέλιο, μια δική της στιγμή.
Στάχυα που τα χόρευε ο αγέρας,
κάθε πτύχωση του φουστανιού της,
κάθε κίνησή της,
σε κάθε στροφή του ερεθιστικού κορμιού της…
Ενας ταύρος πάρα πέρα, Δίας Θεός γεμάτος του έρωτα πάθος ,
την κοιτούσε αχόρταγα λες και ήθελε να την τρυπήσει,
με τα κέρατά του τα σκληρά, κάθε εκατοστό του κορμιού της να κοκκινίσει…
Το πόδι του χτύπαγε στο χώμα,
μαινόμενος από την δροσιά της σάρκας της,
να πιει νερό αθάνατο μέχρι το γιόμα.
Κελαρρυστό το γέλιο της,
ποτάμι ο ιδρώτας στο κορμί του
και η μυρωδιά της του γαργαλούσε τα ρουθούνια του,
αιμάτινο πανί του πόθου του,
αγέρας γλυκολάλητος στο αυτί του.
Ο παροξυσμός ήταν δυνατός,
ποτάμι ολάκερο που παρέσυρε την κάθε λογική, ήταν τρανός.
Έτρεξε καλπάζοντας χωρίς φραγμούς,
την ανέβασε πάνω του και χάθηκε σε άλλους ουρανούς.
Το πανέρι εκεί δα, λουλούδια που τα χόρευε ο αγέρας από τα δικά της ψιθυρητά.
Τα σκόρπιζε από άκρη σε άκρη σε όλη την γη
και τα στάχυα λικνίζονταν,
δική της φούστα αληθινή.
Το πόδι του όπως έσκαβε το χώμα ακουγόταν από μακριά
και ο ηλιοκράτορας θυμότανε τα μαύρα της μαλλιά.
Αυτά που ήταν όμοια με την νυχτιά,
κόρη δική του, με τα άστρα πάνω της, φιλιά.
Λουλούδι λευκό φορούσε και από το πρωί μέχρι το βράδυ όλο τον κάμπο τριγυρνούσε.
Τώρα την ηλιογέννητη επιθυμούσε…
Αυτή όμως ήταν σε ταξίδι μακρινό,
πάνω στην ράχη του ταύρου,
σε ένα μακραίωνο σκοπό.

Πίνακας : Βιργιννια Μπακογιωργου

Τα δάχτυλά του άλικα απο το φως του ήλιου

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem :Stamatina Vathi

16-5-2018

Τα δάχτυλά του άλικα απο το φως του ήλιου,
χορδές στριφογυριστές να παίζουνε, βιρτουόζοι δεινοί του ήχου.
Εκλωθαν και κένταγαν, χάιδευαν και παίδευαν,
προκαλούσαν ρίγη και προσμονή για το τελικό, το πιο καυτό φιλί.

Άρπα γλυκιά σε κάθε αχτίδα χρυσή.
Μια να παίζει γλυκά, μια να την καλεί.
Όπως έπεφταν, νήματα πύρινα,
οι κλωστές του ηλιοκράτορα στο γυμνό της κορμί,
πουλιά πετούσαν προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας η νύχτα να αργεί πιο πολύ.

Ήταν η Πορφυρογέννητη η Δύση,
με τα πορτοκαλόχρυσα τα μακριά της μαλλιά,
που απλωνόντουσαν ολούθε,
σε όλη της φύσης την αγκαλιά.
Τραγούδι της μούσας που χόρευε
και γινόταν ήχος,
που παράσερνε ο αγέρας και γινόταν στίχος.

Όπως ευκίνητα διαπερνούσε τις σκιές,
χανόταν στα φύλλα, στις νεραϊδένιες τις ρεματιές.
Έπαιζε με τους παλιούς τους νερόμυλους
και μετά χανόταν στο βυθό της θάλασσας,
παίζοντας κρυφτό με τα ψάρια και τρέχοντας αλόγιστα με τους ιππόκαμπους σε ένα κυνήγι για τους δυνατότερους.

Γοργόνα πραγματική, καρδιοκλέφτρα αληθινή.
Και όλα τα χρύσιζε, τα έκανε κόκκινα, φωτιά τα πλημμύριζε.
Τα τιθάσευε, αμαζόνα πάνω στα ασυγκράτητα σύννεφα, με τα γκέμια τα συμμάζευε.
Αδάμαστη μορφή, αγέρας, νερό, φωτιά και γη.

Και αυτός εκεί, μουσικός χωρίς τέλος και αρχή.
Για μια Θεά της καρδιάς με τα δάχτυλα να φτιάχνει ύμνους, να της τραγουδά.
Τροβαδούρος της ψυχής, γάργαρο νερό της νέας αυγής.
Να περιμένει αιώνια και υπομονετικά,
να δει τις αχτίδες πως παίζουν με τα δικά της μαλλιά.

Με τις χορδές μπορούσε να της μιλήσει μέσα από την ζωή ,
να δείξει τον θαυμασμό του, την αγάπη του την αληθινή.
Και τα δάχτυλά του έκλωθαν και κένταγαν, χάιδευαν και παίδευαν,
έπαιρναν όλο το χρυσάφι και το έκαναν ψυχή με φωνή να ακουστεί.

Μίλαγε για τον έρωτα του,
διάφανος στο κάθε νεύμα της,
δούλος, υποταχτικός στην καρδιά του.
Θαυμαστής χωρίς όρια, μούσα ολότελα δικιά του.
Και οι χτύποι της καρδιάς τράγοι που χοροπηδούσαν,
με θέα το γκρεμό και με ένα λάθος θανάσιμα θα χτυπούσαν.

Πόσο πορφυρά γίνονταν τα βράχια,
αλλά αυτός ήταν τυφλός,
τυφλός από έρωτα, τρελός.
Και όπως αυτή άπλωνε τις χρυσές της ίνες,
τις έκανε χορδές να παίζει περισσότερο,
να φτάσει μέχρι του ηλιου τις απάτητες τις βουνοκορφές.
Εκεί που ζουν οι αθάνατοι και οι Θεές.

Το δάκρυ της ήταν σταγόνα που του έκαιγε την ελπίδα και το χαμόγελό της όλοι οι κάμποι της Γης, η ζωή του η ίδια.
Τόσο την αγαπούσε και ακόμα πιο πολύ,
την έκανε τραγούδι, την έκανε μουσική.
Αιώνια μούσα του μέχρι την τελευταία πνοή.

Ζητάς ένα βλέμμα καθαρό

Poem :Stamatina Vathi

18-5-2018

Ζητάς ένα βλέμμα καθαρό,
ένα αληθινό σε αγαπώ.
Μια αγκαλιά ζεστή,
ένα χάδι που βγαίνει από την ψυχή.
Ένα χαμόγελο που σε κάνει να φτερουγίζεις,
που λες ότι αξίζει σε αυτή την ζωή να ελπίζεις.
Ένα φιλί που λιώνει όλες τις αμφιβολίες,
τα φιλιά του Ιούδα δημιουργούν πολλές δυστυχίες.
Έναν ήλιο να σου φωτίζει την κάθε σου ημέρα
και ένα φεγγάρι να σου κάνει το βράδυ γλυκιά παρέα.
Αστέρια να σου φωτίζουν το κάθε σου βήμα μες στο σκοτάδι
και ένα καλό λόγο,
έναν σκοπό πραγματικό για να παλεύεις με το κάθε ψέμα.
Ζητάς, ζητάς, ζητάς….
Κοιτάς ψηλά και προχωράς….

Ρίξε κάτω τα χρυσά σου τα μαλλιά!!

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem :Stamatina Vathi

18-3-2018

Ρίξε κάτω τα χρυσά σου τα μαλλιά!!
Άσε να τα πάρει το αεράκι,
να μοσχοβολίσει η φύση όλη,
πριν σου δώσω δυο φιλιά.

Ηλιόχρυσοι ζηλευτοί πάνω στους ώμους μου,
βράχοι δυνατοί αυτοί και χώμα η σάρκα μου που τα προσμονούν απεγνωσμένα!
Ωραία μου Ελένη, χέρια μου αγαπημένα.

Ποια Αφροδίτη μπορεί να κλέψει την αγάπη μου για εσένα, ποια Θεά, ποια ουσία,
είσαι της δικής μου της καρδιάς και της ψυχής,
η υπέρτατή μου πεμπτουσία.

Ηλιόχρυσοι, ηλιαχτίδες, ανεμίζουν τα μαλλιά σου με του αγέρα τα τερτίπια
και με ζαλίζουν, με αποπλανούν,
ένα ολόκληρο βασίλειο για εσένα να δώσουν, για να σε δουν.

Να σε αγγίξουν, να σε αγκαλιάσουν μια Τροία στα πόδια σου να κάψουν.
Τίναξε τους ήλιους σου ζωή μου,
θεά και κλέφτρα της καρδιάς και της ψυχής μου.
Τίναξε τους Ηλιόχρυσους αναπνοή δική μου.

Η καρδιά χτυπάει σε έντονους ρυθμούς

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem:Stamatina Vathi

17-3-2018

Η καρδιά χτυπάει σε έντονους ρυθμούς.
Η ψυχή καλπάζει αφηνιασμένα σε έναστρους ουρανούς.
Και εγώ??
Εγώ αισθάνομαι ότι είμαι το λίγο και το πολύ,
είμαι ένας άνθρωπος στην συμπαντική πνοή.
Ανοίγω τα χέρια, παίρνω την βαθύτερή μου αναπνοή, γεύομαι τον αέρα, φωνάζω με δυνατή κραυγή.
Είναι κάνεις εδώ????!!!!
Αισθάνομαι την συμπαντική υπεροχή.
Ομ αυτή είναι η κραυγή, με μια φωνή.
Θεός, πηγή φωτός, έναστρος ουρανός, λόγος αρχικός.

Φωτογραφία : Paul Wilson

Έχω σηκώσει τα χέρια ψηλά

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Ποίημα :Stamatina Vathi

17-3-2018

Έχω σηκώσει τα χέρια ψηλά.
“Χαίρε εσύ Θεά των ουρανών, των αιθέρων, των πουλιών”!
Ήταν βαθύ και σκληρό, ανελέητο και καταιγιστικό αυτό το ψάξιμο στον ενδότερό μου εαυτό.
Έχασα αίμα, αίμα ψυχής, η καρδιά έκανε πληγές υπέρτατης αντοχής
και το δάκρυ, σταγόνα σταγόνα έπεσε καταγής.
Πήρα νερό από τις πηγές της Στυγός, όρκος ισχυρός, και κατέβηκα μέχρι τον Άδη από την προδοσία, άλλαξα μορφή, έγινα μια οπτασία χωρίς τέλος, χωρίς φως.
Και εκεί στο βαθύ σκοτάδι άκουσα το κροτάλισμα των εχίδνων, συφερτός χωρίς κεφάλι, σύρσιμο χωρίς λιμάνι.
Λόγια, λόγια θανατερά, ψέματα καταστροφικά.
Και εκεί που παλλόταν το είναι μου, ψυχή που αιωρείτο στην άβυσσο του πουθενά, ήρθε ένας ήχος, ήχος δυνατός, δόνηση θεϊκιά, χτύπος σαρωτικός, ξεσηκωτικιά.
Είναι εκεί που βρίσκεις το εγώ και κάνεις το εσύ ως υπέρτατο αγαθό.
Είναι εκεί που καταλαβαίνεις ότι το σκοτάδι και το φως είναι το ένα και το αυτό και τα πάντα είναι ένας παλμός.
Ο παλμός της καρδιάς, ο παλμός της ζωής,
που πρέπει να φτάσει στο ναδίρ και να κατακερματιστεί για να δει…
Να δει….
Αχ καρδιά μου χτύπα αληθινά χωρίς φραγή.
Πρέπει πρώτα να γίνει κατακρίμνηση αληθινή.
Και είναι εκεί που γεύεσαι κάποια στιγμή τον ουρανό,
που το δάκρυ σου γίνεται βροχή, βροχή στο κάθε ζωντανό.
Που το απορροφάς εσύ και φαίνονται αντίστροφα και αληθινά, χωρίς ροπή.
Χωρίς ροπή προς το εγώ αλλά στο εμείς.
Ψυχή, καρδιά σε οσφρίζεται δυνατά, σε αισθάνεται με κάθε χτύπο, με κάθε αίσθηση, ισχυρά.
Και εσύ Θεά, εσύ η ιέρεια της Λόγου, ο πρώτος σπόρος , γίνεσαι ποίηση, γίνεσαι έμμετρος νόμος.
Γιατί ο Λόγος είναι δόνηση, είναι παλμός, είναι ο υπέρτατος ρυθμός.
Είσαι ο χτύπος της καρδιάς και η ψυχή, όπως βγαίνει από την διήθηση του νου και της ζωής.
ΕΊΣΑΙ Εσύ….

Άραγε γιατί είναι οι αισθήσεις στο έπακρο;

Άραγε γιατί είναι οι αισθήσεις στο έπακρο;
Πόθος, πάθος, καταστροφή, τι;
Αυτό το αρχέγονο μυστήριο δύο ανθρώπων!
Λύτρωση, θάνατος, επανάσταση, δύναμη!

Τα μάτια όλη η ψυχή.
Τα χείλη όλη η αρχή.
Δέσμιοι και τύραννοι
Επαναστάτες και ελεύθεροι.

13-2-2016

Stamatina Vathi

Copyright © 2017. Web Design - Κατασκευή Ιστοσελίδας by