Ο μικρός βασιλιάς

Η εικόνα ίσως περιέχει: φυτό, λουλούδι, φύση και υπαίθριες δραστηριότητες

Ο μικρός βασιλιάς

17-3-2019

Poem : Stamatina Vathi

Λαμπύριζε η φύση σε ένα γλυκό και ανελέητο σκοπό.
Έκλωθε και σεργιάνιζε, χόρευε και αντάρτευε,
έτρεχε και κρυβότανε, γέλαγε και ερωτευότανε.
Και σκίρτιζε, σκίρτιζε από χαρά.
Ψιθύριζε.
Φλερτάριζε με τις μέλισσες και τα πουλιά.
Χείλη, χείλη της αγάπης μισάνοιχτα να δίνουν όρκους και φιλιά.
Πορφυρές οι σάρκες σαν παπαρούνες και τα κορμιά ενωμένα σαν του αγρού ανεμώνες.

Το αεράκι αλάνιζε μια από εδώ και μια από εκεί,
έσπερνε γύρη και αρώματα, τρελό από οίστρο, όπου βρει.
Τα χελιδόνια έκοβαν τον ουρανό, έραβαν και κένταγαν σε ένα αόρατο σχηματισμό.
Ήταν τα ξόρκια για να απομακρύνουν τον χιονιά,
να κάνουν πτήσεις, να ράψουν τα ρούχα στον μικρό βασιλιά.
Ήταν εκεί μωρό και γελούσε,
ετοίμαζε ζέστη καυτή, καρπούς μεστωμένους στα δέντρα και με την θάλασσα γλυκομιλούσε.

Αχ αυτή η θάλασσα πως περίμενε αυτό το μικρό μωρό,
να γίνει πιο γαλάζια, με τον ήλιο να παίξει, ζωγράφος με μια απέραντη παλέτα να επιλέξει σε ένα ατελείωτο χρωματισμό.
“Γλυκό μου καλοκαιράκι γέλασε μέσα από την καρδιά, τώρα μπουσουλάς αλλά σε λίγο θα γίνεις νιος με δώρα πολλά.”
Μύρισε αεράκι από τα κύματα τα μακρινά και ένα θαλασσοπούλι έπαιξε με κάτι σύννεφα, πούπουλα αληθινά.
Γέλασε η Άνοιξη και τα άνθη, έκαναν μια φιγούρα όλο χάρη και ομορφιά.

Οι πασχαλίτσες κοκκίνιζαν όλο και πιο πολύ.
Πέταγαν μια εδώ και μια εκεί.
Τι να πρωτοαγγίξουν, τι να γευτούν??!!!
Τέτοιο πλούτο και μυρωδιές είχαν καιρό να δουν.
Ζουζούνιζαν και Ζουζούνιζαν, έπαιζαν, χόρευαν και τραγούδαγαν.
Και όπως ο ήλιος μέσα από το πουπουλένιο πέπλο έπαιζε κρυφτό,
τα χρώματα είχαν τρελαθεί, τέτοια γκάμα και απειρότητα είχαν καιρό να στολιστούν.
Είχε κέφια ο Θεός…

Αυτό έλεγε και η σοφή κουκουβάγια,
κάθε βράδυ πάνω στο κλαδί,
που τέτοιο φωτεινό φεγγάρι είχε χρόνια να ματαδεί.
Σπινθίριζε και έσκιζε την νυχτιά,
τα άστρα πυγολαμπίδες το θαύμαζαν και του έλεγαν μυστικά.
Και αυτό ολοφώτεινο χάιδευε τις πεδιάδες και τις σκεπές,
βούταγε και μέσα στην θάλασσα με τις πίνες, τα όστρακα, τα δίχτυα και τις πετονιές.
Κλωθογύριζε μέσα στην έρημο και την έκανε διαμάντια που ριγούν
και μετά φλερτάριζε με τα φύλλα και τα πέταλα και τα έκανε τα σκιρτούν.

Όλη η φύση μια αγκαλιά.
Ήλιος και φεγγάρι, χείλη μισάνοιχτα ερωτικά.
Το πέπλο σε λίγο θα ήταν έτοιμο για τον μικρό βασιλιά
και οι παπαρούνες, στάλες από του έρωτα το αίμα σε μια χορωδία από ατελείωτα του αγέρα χαιδέματα και φιλιά.
Το ταλάντωση ήταν αυτή.
Κόρη που καλούσε την αγάπη μέσα στην καρδιά της να ρθει.
Ο ουρανός έλαμπε μια το βράδυ, μια το πρωί.
Η γη είχε γεννήσει όλο τον πλούτο και πάλι από την αρχή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Copyright © 2017. Web Design - Κατασκευή Ιστοσελίδας by