Τα δάχτυλά του άλικα απο το φως του ήλιου

Φωτογραφία της Stamatina Vathi.

Poem :Stamatina Vathi

16-5-2018

Τα δάχτυλά του άλικα απο το φως του ήλιου,
χορδές στριφογυριστές να παίζουνε, βιρτουόζοι δεινοί του ήχου.
Εκλωθαν και κένταγαν, χάιδευαν και παίδευαν,
προκαλούσαν ρίγη και προσμονή για το τελικό, το πιο καυτό φιλί.

Άρπα γλυκιά σε κάθε αχτίδα χρυσή.
Μια να παίζει γλυκά, μια να την καλεί.
Όπως έπεφταν, νήματα πύρινα,
οι κλωστές του ηλιοκράτορα στο γυμνό της κορμί,
πουλιά πετούσαν προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας η νύχτα να αργεί πιο πολύ.

Ήταν η Πορφυρογέννητη η Δύση,
με τα πορτοκαλόχρυσα τα μακριά της μαλλιά,
που απλωνόντουσαν ολούθε,
σε όλη της φύσης την αγκαλιά.
Τραγούδι της μούσας που χόρευε
και γινόταν ήχος,
που παράσερνε ο αγέρας και γινόταν στίχος.

Όπως ευκίνητα διαπερνούσε τις σκιές,
χανόταν στα φύλλα, στις νεραϊδένιες τις ρεματιές.
Έπαιζε με τους παλιούς τους νερόμυλους
και μετά χανόταν στο βυθό της θάλασσας,
παίζοντας κρυφτό με τα ψάρια και τρέχοντας αλόγιστα με τους ιππόκαμπους σε ένα κυνήγι για τους δυνατότερους.

Γοργόνα πραγματική, καρδιοκλέφτρα αληθινή.
Και όλα τα χρύσιζε, τα έκανε κόκκινα, φωτιά τα πλημμύριζε.
Τα τιθάσευε, αμαζόνα πάνω στα ασυγκράτητα σύννεφα, με τα γκέμια τα συμμάζευε.
Αδάμαστη μορφή, αγέρας, νερό, φωτιά και γη.

Και αυτός εκεί, μουσικός χωρίς τέλος και αρχή.
Για μια Θεά της καρδιάς με τα δάχτυλα να φτιάχνει ύμνους, να της τραγουδά.
Τροβαδούρος της ψυχής, γάργαρο νερό της νέας αυγής.
Να περιμένει αιώνια και υπομονετικά,
να δει τις αχτίδες πως παίζουν με τα δικά της μαλλιά.

Με τις χορδές μπορούσε να της μιλήσει μέσα από την ζωή ,
να δείξει τον θαυμασμό του, την αγάπη του την αληθινή.
Και τα δάχτυλά του έκλωθαν και κένταγαν, χάιδευαν και παίδευαν,
έπαιρναν όλο το χρυσάφι και το έκαναν ψυχή με φωνή να ακουστεί.

Μίλαγε για τον έρωτα του,
διάφανος στο κάθε νεύμα της,
δούλος, υποταχτικός στην καρδιά του.
Θαυμαστής χωρίς όρια, μούσα ολότελα δικιά του.
Και οι χτύποι της καρδιάς τράγοι που χοροπηδούσαν,
με θέα το γκρεμό και με ένα λάθος θανάσιμα θα χτυπούσαν.

Πόσο πορφυρά γίνονταν τα βράχια,
αλλά αυτός ήταν τυφλός,
τυφλός από έρωτα, τρελός.
Και όπως αυτή άπλωνε τις χρυσές της ίνες,
τις έκανε χορδές να παίζει περισσότερο,
να φτάσει μέχρι του ηλιου τις απάτητες τις βουνοκορφές.
Εκεί που ζουν οι αθάνατοι και οι Θεές.

Το δάκρυ της ήταν σταγόνα που του έκαιγε την ελπίδα και το χαμόγελό της όλοι οι κάμποι της Γης, η ζωή του η ίδια.
Τόσο την αγαπούσε και ακόμα πιο πολύ,
την έκανε τραγούδι, την έκανε μουσική.
Αιώνια μούσα του μέχρι την τελευταία πνοή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Copyright © 2017. Web Design - Κατασκευή Ιστοσελίδας by